Ο υπεύθυνος του θρυλικού club Decadence, Νίκος Λακόπουλος, μιλά στο Documento

Το Club Decadence επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε το 1990. Οι εικόνες της ανακαίνισης του γωνιακού κτιρίου (Βουλγαροκτόνου 69 και Πουλχερίας) σε απανωτές αναρτήσεις στο Facebook έσκασαν σαν γλυκιά έκπληξη, ειδικά για όλους εκείνους που τη δεκαετία του ’90 είχαν περάσει τη νεοκλασική πόρτα του και είχαν ζήσει μέσα σε αυτό τον ιδιαίτερο χώρο νύχτες γεμάτες αλκόολ, μουσική, σινεμά, τέχνη, ακόμη και καλοκαιρινά σπορ σε μια αυτοσχέδια σκηνοθετημένη παραλία.

Προτού γίνει κλαμπ το Decadence ήταν το σπίτι του Γεωργίου Ζωιτάκη πριν ακόμη εγκατασταθεί στο Μέγαρο Μαξίμου ως αντιβασιλιάς. Με την ανατολή της δεκαετίας του ’90 το κτίριο (από το 1978 λειτουργούσε ως παμπ) μεταμορφώθηκε σε Club Decadence από τον Νίκο Λακόπουλο και τους φίλους του και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε πολυεπίπεδο στέκι όπου όλα μπορούσαν να συμβούν: βραδιές ποίησης αφιερωμένες στην Κική Δημουλά και στον Μίλτο Σαχτούρη, εκθέσεις εικαστικών προτού τους μονοπωλήσουν οι παγκόσμιοι συλλέκτες, κινηματογραφικές προβολές από τη λέσχη Cine Decadence, κουρείο, μανάβικο, γυρίσματα από τον αείμνηστο Νίκο Νικολαΐδη (χρησιμοποίησε τον χώρο στην ταινία «Ο χαμένος τα παίρνει όλα»), συναντήσεις ξένων συγκροτημάτων μετά τις συναυλίες τους στην πόλη, έκδοση του πρώτου αθηναϊκού free press με τίτλο «Decadence Times» και φυσικά αμέτρητες βραδιές γεμάτες μουσική, όπου το post-punk και το χορευτικό ροκ του Μάντσεστερ έδεναν αρμονικά με τις rave συχνότητες των 90s.

Από τον Λέοναρντ Κόεν (που πήγαινε στην παλιά παμπ και έπινε μαρτίνι) μέχρι τον Νίκ Κέιβ, τους Deus και τους Tindersticks ή από τον Μίκη Θεοδωράκη μέχρι τον Γιώργο Μαργαρίτη, οι διάσημοι που πέρασαν την πόρτα του είναι αμέτρητοι. Πολλοί και οι DJs που έγραψαν ιστορία στα πλατό του κλαμπ, με κυρίαρχη τη φυσιογνωμία του Χρήστου Δασκαλόπουλου τις Πέμπτες να σκάβει τον δρόμο του αυστραλέζικου γκαράζ ροκ.

Το Decadence είναι ο κόσμος του. Είχε καταφέρει με τα χάπενινγκ και τα σποτάκια του να διασκεδάζει τον κόσμο προτού έρθει στο μαγαζί

Με βασικό σύνθημα «Μην κοιμάστε στις επάλξεις», το Decadence αυτοανακηρύχθηκε αυτόνομο κράτος, εξέδιδε τα δικά του χαρτονομίσματα με τα οποία μπορούσες να πάρεις ποτά από το μπαρ, έκανε τρελά ραδιοφωνικά σποτάκια, συναυλίες, μουσικές θεματικές βραδιές, διασώθηκε από τρεις εξώσεις, μέχρι το 2009 που έγινε η τελική και το Decadence έκλεισε για πάντα τη νεοκλασική πόρτα του. Με αφορμή τις πρόσφατες αναρτήσεις για το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, ο υπεύθυνος του κλαμπ Νίκος Λακόπουλος θυμάται τα παλιά και σχεδιάζει την επιστροφή ενός θρυλικού ονόματος.

Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που έκανε το Decadence τόσο ιδιαίτερο όνομα στην αθηναϊκή νύχτα;

Αυτό και για μένα παραμένει ένα αίνιγμα. Βλέπεις, όλοι αυτοί που λατρεύουν το Decadence μπορεί να λατρεύουν διαφορετικές έννοιες ή εποχές του. Εγώ θεωρώ ότι ήταν ένας χώρος που εκπροσώπησε πριν από όλους τους άλλους την αβανγκάρντ σκηνή στην Ελλάδα. Εκπροσωπούσε τις νέες μουσικές σκηνές, τους νέους ανθρώπους, το νέο πνεύμα της πόλης. Το ’95 το να παίζεις Joy Division ήταν αναχρονισμός, αλλά σήμερα όλοι οι πιτσιρικάδες αυτούς ακούνε. Το Decadence δεν ήταν παραδοσιακό. Είχε έναν μελλοντισμό όταν άνοιξε και τον διατήρησε για μία δεκαετία. Με το που περάσαμε το 2000 όμως ο κόσμος χάθηκε σε αναβιώσεις και παρελθοντολογίες, γιατί είχε αρχίσει πια να φοβάται το μέλλον.

Στα σποτ θυμάμαι το Decadence διαφημιζόταν ως η επόμενη φάση των κλαμπ της Αθήνας

Στην πραγματικότητα το Decadence δεν έδινε αθηναϊκό στίγμα, ήταν μια προσπάθεια να ξεφύγεις από την Αθήνα και την Ελλάδα. Δεν ήταν λέσχη ελίτ, αλλά συνοικιακό μπαράκι. Πολυφυλετικό. Αν έγινε κοσμοπολίτικο και ερχόταν άνετα ο Κέιβ για ποτό μετά τις συναυλίες του ή ο μπασίστας των Tindersticks που ήθελε να δουλέψει στο μπαρ και δούλεψε, αυτό συνέβη γιατί το κλαμπ διατηρούσε τον συνοικιακό χαρακτήρα του. Μπορούσες να βρεις κόσμο από την Κηφισιά μέχρι τα Καμίνια. Εγώ ήθελα απλώς να κάνω ένα μπαρ όπου ένας γιάπης μπορούσε να πίνει το ποτό του δίπλα σε έναν πανκ. Και το κατάφερα, πιστεύω.

To νέο Decadence πώς ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει το μυθικό;

Το Decadence είναι ο κόσμος του. Είχε καταφέρει με τα χάπενινγκ και τα σποτάκια του να διασκεδάζει τον κόσμο προτού έρθει στο μαγαζί. Αυτό θέλουμε να συνεχίσουμε να κάνουμε, παράλληλα με ταυτόχρονες δράσεις. Το ιστορικό Decadence θα λειτουργεί αρχικά μόνο Παρασκευές και Σάββατα. Για τη μουσική του έχω μια λογική που λέει ότι ο DJ πρέπει να βρει έναν μαγικό τρόπο να ενοποιήσει τον χρόνο. Που σημαίνει να βρει το νήμα που συνδέει το παλιό με το νέο. Ταυτόχρονα θα δουλέψουμε και σε άλλους χώρους, θα φτιάξουμε το θέατρο, την γκαλερί και το σινεμά Decadence. Θέλουμε να φτιάξουμε την ακαδημία Decadence σαν το μόνο πανεπιστήμιο που χορεύει και το μόνο μπαρ που διδάσκει. Αλλωστε αυτά κάναμε πάντα, οι δράσεις μας επεκτάθηκαν και σε άλλους χώρους και πέρα από τα Εξάρχεια: είχαμε νοικιάσει το παλιό κλαριντζίδικο, τον Σκάρο, για πέντε μέρες, νοικιάσαμε ένα εργοστάσιο για να φέρουμε τους Deus, κάναμε μεσημεριάτικα πάρτι στον κήπο του Παντείου, τρία πάρτι στον λόφο του Στρέφη, στο Ρόδον, στο Gagarin. Ελπίζω το όνομα Decadence να συνεχίσει να εμπνέει και να συνδέσει με έναν μαγικό τρόπο τους παλιούς με τους νέους φίλους του.

Μπορούσες να βρεις κόσμο από την Κηφισιά μέχρι τα Καμίνια. Ηθελα ένα μπαρ όπου ένας γιάπης μπορούσε να πίνει το ποτό του δίπλα σε έναν πανκ

ΙΝFO

Πέρα από τις παράλληλες δράσεις και τα πάρτι για το νέο άνοιγμα του Club Decadence, θα ανακοινωθεί σύντομα το πρώτο γιαπί-πάρτι στο ιστορικό κτίριο της Βουλγαροκτόνου. Μείνετε συντονισμένοι ή αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στέλνοντας μέιλ στο decaclub@gmail.com

Φωτογραφίες: Δημήτρης Ραπακούσης, αρχείο Decadance

Ετικέτες