Οι φοιτητές κάνουν όνειρα… εξωτερικού σε μια Ελλάδα που τους πνίγει

Ο μέσος όρος των ενοικίων στην Αθήνα που έχει φτάσει στα 400 ευρώ για ένα υποτυπώδες δυάρι –στην επαρχία έχoυν αυξηθεί 40-50%, το κόστος του σουπερμάρκετ που έχει διπλασιαστεί σε βασικά αγαθά και το χάος στις εργασιακές σχέσεις ελέω Κωστή Χατζηδάκη είναι οι παράγοντες που κονιορτοποιούν τα όνειρα των νέων φοιτητών, καθιστώντας πολυτέλεια το δικαίωμά τους πρώτα να σπουδάσουν και στη συνέχεια να προκόψουν στη χώρα τους. Η ακρίβεια, την οποία η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει περιστασιακά και πρόχειρα με πάσης φύσεως «pass», μαστίζει τους νέους και κάνει τη φυγή στο εξωτερικό όλο και πιο ελκυστική για τους ίδιους.

Για όλα αυτά μιλούν στο Documento η Χρύσα Ιωαννίδη, φοιτήτρια στη Σχολή Τοπογράφων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η Ελενα Γκριτζελάκη, που σπουδάζει στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα, η Σοφία Νέλλα, φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και ο Παναγής Μαντάκος, φοιτητής στη Νομική του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου στην Κομοτηνή.

Σαφάρι για ένα σπίτι

Η Σοφία στην Πάτρα, ο Παναγής στην Κομοτηνή και η Ελενα στην Αθήνα κατάφεραν ύστερα από πολύ ψάξιμο να βρουν σπίτι για να στεγάσουν τα φοιτητικά τους όνειρα.

Το μεγαλύτερο αδιέξοδο το έζησε η Ελενα, η οποία ήρθε στην Αθήνα από την Καβάλα. Είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι ζουν οι φοιτητές που αναζητούν στέγη λίγων τετραγωνικών στην πρωτεύουσα. «Δεν μπορούσα να βρω με τίποτε κάτι φτηνό. Ολα ήταν από 400 ευρώ και πάνω. Είχαμε απελπιστεί και αναρωτιόμασταν πόσα θα δώσουμε. Ηρθαμε στην Αθήνα, πήγαμε σε ένα σωρό σπίτια και τα βλέπαμε σε απαίσια κατάσταση –πλυσταριά που τα έκαναν διαμερίσματα και τα χρέωναν 400 ευρώ– χωρίς βασικές υποδομές. Ευτυχώς από σπόντα βρήκα σπίτι. Μια οικογενειακή φίλη, απόφοιτος Παντείου, μου είπε για ένα σπίτι, το είδαμε και το κλείσαμε. Είναι μικρό, λιγότερο από 30 τ.μ., με εντοιχιζόμενη κουζίνα και χωρίς έπιπλα. Δίνω 320 ευρώ τον μήνα. Σε σύγκριση με αυτά που ακούω, το θεωρώ τιμή ευκαιρίας. Ειδικά τόσο κοντά στη σχολή» περιέγραψε η Ελενα στο Documento την περιπέτειά της.

«Τα σπίτια από το μεσιτικό δεν ήταν καλά. Βρήκα μέσω γνωστού ένα 55 τ.μ. και δίνω 350 ευρώ. Χρειάστηκα ένα μήνα για να το βρω» μας λέει η Σοφία.

Ο Παναγής που σπουδάζει στην Κομοτηνή στάθηκε λίγο πιο τυχερός. Κατάφερε, αφού έτρεξε πολύ κι αυτός, να βρει σπίτι με ενοίκιο λίγο πιο κάτω από 300 ευρώ. «Θέλει πολύ ψάξιμο» λέει στο Documento, «και ως επί το πλείστον να έχεις κάποιον γνωστό για να σε συστήσει. Παραδόξως, συγκριτικά με την Αθήνα ή άλλα αστικά κέντρα εδώ είναι πιο χαμηλές οι τιμές των ενοικίων».

Ο τρόμος του σουπερμάρκετ

Η Χρύσα από την πλευρά της δηλώνει τυχερή επειδή ανήκει στις λίγες περιπτώσεις φοιτητών που ενώ κατάγονται από επαρχία, έχουν και σπίτι στην Αθήνα. Μένει στην Καλλιθέα, αλλά από το 2018 που ήρθε για να σπουδάσει στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο μέχρι και σήμερα οι συνθήκες της ζωής της έχουν αλλάξει δραματικά. «Πηγαίνω να πάρω πέντε στοιχειώδη πράγματα από το σουπερμάρκετ και δίνω 20 ευρώ» λέει στο Documento και επισημαίνει τον παραλογισμό να είναι σήμερα το σουπερμάρκετ πολύ πιο ακριβό κι από την περίοδο του μνημονίου.

«Τα πρώτα χρόνια, γύρω στο 2018, ήταν εφικτό να ζήσεις –χωρίς ενοίκιο– με λιγότερο από 500 ευρώ τον μήνα. Το ρεύμα ήταν σε πιο λογικά επίπεδα. Το σουπερμάρκετ δεν αποτελούσε βασικό έξοδο, αν σκεφτεί κανείς ότι μπορούσες να φας τουλάχιστον ένα γεύμα στη λέσχη του Πολυτεχνείου. Να σημειωθεί βέβαια ότι στο Πολυτεχνείο μέχρι και πριν από λίγο καιρό δεν χρειαζόταν να πληρώσεις το φαγητό ακόμη κι αν δεν είχες κάρτα σίτισης. Φυσικά, μετά το διάστημα της καραντίνας (2019-20) το κόστος ζωής αυξήθηκε σημαντικά. Το ρεύμα έφτασε σε επίπεδα που δεν τα είχαμε φανταστεί και το γεύμα στη λέσχη ήταν απαραίτητο, μια που το σουπερμάρκετ σχεδόν διπλασιάστηκε» τονίζει η Χρύσα.

Ζορίζονται για μια έξοδο

Το σουπερμάρκετ είναι από τα πιο αβάσταχτα έξοδα και για τον Παναγή στην Κομοτηνή, καθώς το συνολικό κόστος ζωής για ένα φοιτητή αγγίζει ένα μηνιάτικο: «Το μεγαλύτερο έξοδο είναι το σουπερμάρκετ, καθώς οι τιμές έχουν εκτοξευτεί στον θεό. Τα βασικά πάγια έξοδα ενός φοιτητή στην Κομοτηνή μπορούν να φτάσουν, με τα απολύτως βασικά, έως και τα 800 ευρώ τον μήνα. Δεν μιλώ για εξόδους, μιλάω για τα απολύτως απαραίτητα για να μπορείς να ζήσεις αξιοπρεπώς σε μια πόλη μακριά από το σπίτι σου».

Αντίστοιχα, η Ελενα στο Πάντειο και η Σοφία που σπουδάζει Αρχιτεκτονική στην Πάτρα ζορίζονται με τα έξοδα σίτισης και προτιμούν να μένουν και να τρώνε στη σχολή για να περιορίσουν τα έξοδα. «Γενικά περνώ τον περισσότερο χρόνο μου στη σχολή, άρα τα έξοδα του νερού και του ρεύματος είναι χαμηλά επειδή δεν είμαι σπίτι» λέει η Ελενα. «Στην πολυκατοικία μου δεν ανάβουν καλοριφέρ, οπότε χρησιμοποιώ αερόθερμο, αιρκοντίσιον, άρα καίω πολύ ρεύμα. Με διευκολύνει το γεγονός ότι τρώω στην εστία» συμπληρώνει η Σοφία.

«Οι τιμές έχουν πάει στα ύψη και στα πιο βασικά πράγματα» τονίζει και η Ελενα, για να μας εξηγήσει γιατί και η ίδια υποχρεώνεται να τρώει στη λέσχη της σχολής της. Οι γονείς της τη βοηθούν με τα έξοδα όσο μπορούν, αλλά αν δεν δούλευε και η ίδια νυχθημερόν την καλοκαιρινή σεζόν, δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει και να συνεχίσει τις σπουδές της.

Μετακίνηση-χρυσάφι

Με το κρύο ήδη τσουχτερό στη βόρεια Ελλάδα, ο Παναγής καταθέτει στο Documento την εμπειρία του για το κτίριο της Νομικής στην Κομοτηνή, το οποίο «είναι πολύ μεγάλο και χτισμένο από τσιμέντο και γυαλί. Είναι κρύο. Θέρμανση υπάρχει μονό στις αίθουσες, η οποία καλύπτει σχετικά. Εκτός των αιθουσών δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις από την παγωνιά».

Αντίστοιχα σημαντικό πρόβλημα χαρακτηρίζει και το κόστος των μεταφορών, που είναι πολύ μεγάλο, αν και η πανεπιστημιούπολη απέχει μόνο 5 χλμ. από την Κομοτηνή. Και στην Πάτρα όμως, όπου σπουδάζει η Σοφία, «το να βγάλεις μηνιαία κάρτα είναι πολύ ακριβό κόστος για εμάς, ακόμη και με τη φοιτητική έκπτωση».

Και στις δυο αυτές πόλεις οι μηνιαίες κάρτες διαδρομών κυμαίνονται από 30 έως 40 ευρώ, όταν στην Αθήνα η αντίστοιχη φοιτητική κοστίζει 13,5 ευρώ!

Η μόνιμη υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ από το υπουργείο Παιδείας αποτυπώνεται γλαφυρά και σε όσα μας λένε οι φοιτητές σχετικά με τις κτιριακές υποδομές των σχολών τους. Οπως επισημαίνει ο Παναγής, στη Νομική της Κομοτηνής «η υλικοτεχνική υποδομή είναι πενιχρή. Δεν υπάρχουν για παράδειγμα καλές μικροφωνικές εγκαταστάσεις, πίνακες, προβολείς. Ούτε επαρκής φωτισμός».

Ακόμη ένα πρόβλημα που εντοπίζει ο Παναγής είναι η μη παροχή των Κωδίκων (Ποινικός, Αστικός κ.λπ.) στους φοιτητές της Νομικής και η μικρή διαθεσιμότητα στις εστίες απέναντι στη μεγάλη ζήτηση.

Για την Ελενα στο Πάντειο μείζονα θέματα είναι η έλλειψη καθαριότητας αλλά και η απουσία συντήρησης και η εγκατάλειψη του κτιρίου: «Προ ημερών σε μάθημα επιλογής έσταζε το ταβάνι γιατί είχε φουσκώσει. Ο χώρος μας θέλει μεγαλύτερη περιποίηση».

Από την πλευρά της η Χρύσα εκτιμά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως το διέκρινε στους τοπογράφους του ΕΜΠ, είναι το χάσμα ανάμεσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα και στους ρυθμούς ζωής των φοιτητών. Οπως εξηγεί, «οι ανάγκες μας σήμερα είναι τέτοιες που ένας φοιτητής για να μπορέσει να καλύψει τα μηνιαία του έξοδα –κυρίως όταν είναι από επαρχία– θα πρέπει να εργάζεται. Επομένως δεν ήταν δυνατό να συμβαδίσουν οι υποχρεώσεις της σχολής με την ανάγκη για εργασία, με αποτέλεσμα οι σπουδές να μένουν πίσω. Το πιο σημαντικό σε αυτό είναι η αντιμετώπιση των καθηγητών. Κάποιοι σου λένε αν θέλεις να δουλέψεις, τότε μην περιμένεις να τελειώσεις τις σπουδές στην ώρα τους».

Το αβέβαιο μέλλον στην πατρίδα

Στη συζήτησή μας με τους φοιτητές δεν θα μπορούσε να μην τεθεί και το ζήτημα της μελλοντικής τους επαγγελματικής αποκατάστασης. Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα των ευκαιριών για τους νέους επιστήμονες και ο προβληματισμός για το μέλλον είναι καθημερινός και βασανιστικός.

«Το ερώτημα “μετά το πτυχίο τι κάνουμε;” το θέτω σε καθημερινή βάση στον εαυτό μου» επισημαίνει στο Documento η Χρύσα και συνεχίζει απαντώντας το: «Δεν ξέρω. Τελειώνοντας τις σπουδές εδώ, κάνοντας μεταπτυχιακό εδώ, έχεις τον επαγγελματικό/πανεπιστημιακό κύκλο σου εδώ. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ο οικογενειακός κύκλος που έχεις χτίσει στα φοιτητικά σου χρόνια (φίλοι που έγιναν οικογένεια) – δεν είναι εύκολο να τον αποχωριστείς. Επειτα υπάρχει και η άλλη σκέψη, μήπως μπορούμε να αλλάξουμε κάτι εδώ, μήπως είμαστε η γενιά που θα ανατρέψει την κατάσταση».

Μαζί της συμφωνεί και ο Παναγής, ο οποίος ως μελλοντικός νομικός σκέφτεται το εξωτερικό, δεν είναι όμως η πρώτη επιλογή του. Αλλοι συνάδελφοί του είναι αποφασισμένοι να φύγουν λόγω των ευκαιριών που δίνονται στο εξωτερικό. Παρά το ανταγωνιστικό περιβάλλον, εκείνος δηλώνει ξεκάθαρα: «Δεν θέλω να φύγω, για συναισθηματικούς λόγους. Ομως δεν μπορώ να πω πως είμαι αισιόδοξος για το μέλλον. Ακούω συναδέλφους που βγαίνουν στην αγορά και αντιμετωπίζουν ένα χάος με μισθούς πείνας, με τεράστιο όγκο δουλειάς και μηδενική αναγνώριση».

Τις ελάχιστες ευκαιρίες στην Ελλάδα επικαλείται και η Ελενα ως φοιτήτρια διεθνών σχέσεων. Από την πλευρά της θεωρεί ότι μόνο αν κάνει κάτι που σχετίζεται πλαγίως με το αντικείμενό της, μπορεί να μείνει στη Ελλάδα. «Το εξωτερικό», όπως εξηγεί, «είναι και ο λόγος που επέλεξα αυτήν τη σχολή. Είναι άλλη η ποιότητα της ζωής και οι ευκαιρίες, αλλά και το αντικείμενο των σπουδών μου με οδηγεί εκεί». Απόλυτα ξεκάθαρη στο ερώτημα του Documento είναι η Σοφία, η οποία επιθυμεί να φύγει στο εξωτερικό και θα ήθελε να ξεκινήσει εκεί την επαγγελματική της καριέρα, επειδή πολύ απλά στην Ελλάδα τού σήμερα δεν υπάρχει περιθώριο για τους νέους «να εμπνευστούν ώστε να παραμείνουν».

Διαβάστε επίσης: Brain drain: «Γιατί να επιστρέψουμε όταν μόνο στο εξωτερικό βρίσκουμε ευκαιρίες;»

Βουλή: Σε καθεστώς απομόνωσης η ΝΔ… σερβίρει στους servicers