Ουκρανία: Πιέσεις για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων

Την αρχή έκανε ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν με το άρθρο του στους «New York Times» στο οποίο μιλούσε για διπλωματική διέξοδο στον πόλεμο. Εν συνεχεία ο γγ του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ ανέφερε ότι η ειρήνη είναι εφικτή και το ερώτημα αφορά τα εδάφη και τα ποσοστά ανεξαρτησίας που είναι διατεθειμένη να θυσιάσει η Ουκρανία.

Το τελικό χτύπημα στο Κίεβο έδωσε η «ευρωπαϊκή ορχήστρα» που απαρτιζόταν από τον Γερμανό καγκελάριο Ολαφ Σολτς, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Ιταλό πρωθυπουργό Μάριο Ντράγκι, οι οποίοι έφτασαν στην ουκρανική πρωτεύουσα για να δηλώσουν τη στήριξή τους στο ουκρανικό αίτημα για παροχή καθεστώτος υποψήφιας προς ένταξη στην ΕΕ χώρας. Προφανώς η συζήτηση αυτή σχετίζεται με τις πιέσεις που ασκούνται στον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ώστε να αποδεχτεί ορισμένους από τους ρωσικούς όρους.

Η κατάσταση στο μέτωπο

Πλέον η κατάσταση στο μέτωπο επιτρέπει τη διεξαγωγή τέτοιων συζητήσεων, αφού ο ρωσικός στρατός έχει κολλήσει στα αστικά κέντρα του Ντονμπάς και φαίνεται ανήμπορος να δώσει μια αποφασιστική μάχη εναντίον του ουκρανικού στρατού. Ο τελευταίος όμως έπειτα από σχεδόν τέσσερις μήνες μαχών βρίσκεται σε δύσκολη θέση καθώς το πολεμικό υλικό δεν είναι απεριόριστο, η δυτική επιμονή τελειώνει και οι απώλειες ανεβαίνουν μέρα με τη μέρα.

Το Κίεβο κάνει πλέον λόγο για 100-200 νεκρούς Ουκρανούς στρατιώτες και 600 τραυματίες τη μέρα. Απώλειες συνταρακτικές που οποιοσδήποτε στρατός δύσκολα θα άντεχε. Μάλιστα Ουκρανός αξιωματούχος που μίλησε στο αμερικανικό Politico έκανε λόγο για συντριπτικές απώλειες των Ουκρανών σε σχέση με των Ρώσων, ύψους οκτώ ή δέκα προς μία.

Η φθορά αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της διαφορετικής στρατηγικής των Ρώσων, που πλέον βασίζεται κυρίως στο πυροβολικό. Ο χώρος στο Ντονμπάς είναι επίπεδος και δεν μοιάζει καθόλου με τα πυκνά δάση και τα πυκνά αστικά πεδία του Κιέβου όπου οι Ρώσοι κόλλησαν. Συν τοις άλλοις, το ρωσικό επιτελείο, αφήνοντας άθικτες τις γέφυρες στον Δνείπερο, ευελπιστούσε για την επιτυχία ενός σεναρίου φθοράς όπως στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ευρωπαϊκή απραγία και οι ΗΠΑ

Μπροστά σε αυτήν τη δυναμική οι δυτικοί και δη οι Αμερικανοί απάντησαν στέλνοντας όσο περισσότερο αμυντικό υλικό ήταν δυνατόν και κυρίως αποδεκτό από τη Μόσχα, μια και οι Ρώσοι μέσω των διαρκών απειλών οριοθετούσαν στους δυτικούς τι ήταν επιτρεπτό και τι όχι. Παραδείγματος χάρη, τα προηγμένα δυτικά συστήματα πυροβολικού που έχουν ικανότητα να φτάσουν στη ρωσική ενδοχώρα είτε δεν δίνονται είτε οι Ουκρανοί δεσμεύονται ότι δεν θα χτυπήσουν πέραν των συνόρων. Επίσης, η Ισπανία, που θέλησε να στείλει στο Κίεβο γερμανικά τεθωρακισμένα άρματα μάχης, μπλοκαρίστηκε απευθείας από το Βερολίνο, το οποίο επιχειρεί κατά το δυνατόν να κατευνάσει τη Μόσχα ώστε να μην υπάρξει πλήρης κατάρρευση των σχέσεων. Ετσι κι αλλιώς η Γερμανία δεν έχει στείλει τίποτε ουσιαστικό στην Ουκρανία καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης, ούτε καν τα πολυδιαφημισμένα… 5.000 κράνη.

Εντούτοις οι ΗΠΑ έχουν στηρίξει τις ελπίδες τους σε μια επιτυχημένη ουκρανική άμυνα έναντι της «αρκούδας». Διότι πρωταρχικοί τους στόχοι είναι η ανάσχεση της Ρωσίας, η αποδυνάμωση του ρωσικού στρατού ώστε να μην ξαναεπιτεθεί στο εγγύς μέλλον και κυρίως η αποστολή μηνύματος στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής ότι η Ουάσινγκτον θα παραμείνει ο εγγυητής της ασφάλειάς τους. Σε αυτό το πλαίσιο οι Αμερικανοί έχουν στείλει μέχρι στιγμής οπλισμό αξίας 5,6 δισ. δολαρίων, ενώ ο πρόεδρος Μπάιντεν ανακοίνωσε τη διάθεση επιπλέον 1 δισ. δολαρίων σε όπλα.

Το στοίχημα της «αρκούδας»

Από τη μεριά της η Μόσχα από την αρχή του πολέμου και αφού απέτυχε να καταλάβει το Κίεβο επέλεξε να παίξει το χαρτί των πρώτων υλών. Αυτό το «υπερόπλο» θα ωθούσε τις δυτικές κυβερνήσεις να λάβουν τις αποφάσεις που θα πίεζαν το Κίεβο ώστε να τερματιστεί ο πόλεμος υπό τους ρωσικούς όρους.

Οι τιμές της ενέργειας και η συνακόλουθη εκτόξευση του πληθωρισμού σίγουρα συντέλεσαν στην ένταση των ευρωπαϊκών πιέσεων προς το Κίεβο ενόσω οι Ρώσοι αναδιέτασσαν τις συμμαχίες τους με χώρες όπως η Ινδία, που ανέλαβε να παίξει ρόλο αποσυμπίεσης των δυτικών κυρώσεων. Συγχρόνως, το Κρεμλίνο έκοψε την παροχή φυσικού αερίου σε κράτη-κλειδιά όπως η Βουλγαρία και η Πολωνία, ενώ περιόρισε την προμήθεια στη Γερμανία, στέλνοντας τις τιμές στα ύψη. Παράλληλα, οι ελπίδες των δυτικών για πρόκληση αναταραχών στο εσωτερικό της Ρωσίας δεν έχουν ακόμη ευοδωθεί, αφού η Μόσχα αμέσως διέλυσε τις όποιες αντιδράσεις στα εξ ων συνετέθησαν.

Βέβαια, ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που παραμένουν είναι τι θα γίνει αφενός με τις κατειλημμένες ουκρανικές περιοχές της Χερσώνας, του Χάρκοβο και της Ζαπορίζια, αφετέρου ποια θα είναι η τύχη των «λαϊκών δημοκρατιών» του Λουγκάνσκ και του Ντονιέτσκ. Τα σενάρια μέχρι στιγμής κάνουν λόγο για διενέργεια δημοψηφίσματος όταν εμφανιστεί η ευκαιρία, ώστε οι εν λόγω περιοχές να ενσωματωθούν με κάποιον τρόπο στη Ρωσική Ομοσπονδία. Πάντως ο επικεφαλής της αποσχισθείσας ΛΔ του Ντονιέτσκ Ντενίς Πουσίλιν σε συνέντευξή του στο ρωσικό ειδησεογραφικό πρακτορείο RIA Novosti ανέφερε ότι η ρωσική προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί έως την Οδησσό, το τελευταίο λιμάνι της Ουκρανίας, ενώ ζήτησε τη δημιουργία ενός διεθνούς δικαστηρίου ώστε να δικαστούν οι Ουκρανοί εγκληματίες πολέμου.