Πες μου πώς είναι η φυλακή σου να σου πω πώς είναι η κοινωνία σου

Κρατούμενοι μαθητές και κρατούμενες μαθήτριες του σχολείου των φυλακών Διαβατών και καλλιτέχνες συμμετέχουν με έργα τους σε έκθεση που φιλοξενείται στο MOMus – Πειραματικό Κέντρο Τεχνών, στη Θεσσαλονίκη.

Υπομονή/απόγνωση… Συμβίωση/μοναξιά… Αυτοσυγκράτηση/παραστράτημα… Θάρρος/σιωπή… Συνάντηση/απουσία… Αθώος/ένοχος… Σωφρονισμός/τιμωρία… Ελεύθερος/έγκλειστος… Διαφορετικός/όμοιος. Ζευγάρια αντιθέτων, λέξεις επιρρεπείς στη χειραγώγηση γάζωναν τη σκέψη φωναχτά καθώς διέσχιζα την Προβλήτα Α΄ του λιμανιού φεύγοντας από το MOMus – Πειραματικό Κέντρο Τεχνών. Εκεί όπου φιλοξενείται η έκθεση «Τίμιοι παράνομοι – Πρόσωπο. Ελευθερία. Σιωπή», η οποία παρουσιάζει μέσα από δεκάδες κείμενα και έργα τη δημιουργική σύμπραξη καλλιτεχνών και μαθητών από τα εργαστήρια φιλοσοφίας, γραφής, performance, σχεδίου, φωτογραφίας που υλοποιήθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια στο 3ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) του Γενικού Kαταστήματος Kράτησης Θεσσαλονίκης. Η θεωρητικός τέχνης και επιμελήτρια αυτής της εργασίας Σοφία-Ελίζα Μπουράτση και η Γαρδένια, πρώην κρατούμενη και μαθήτρια του σχολείου η οποία συμμετέχει σε αυτή, μίλησαν στο Documento για τις εμπειρίες τους στη φυλακή.

Ο παγωμένος χρόνος και ο ιδρυματισμός της σκέψης

Τι συμβαίνει όταν κλείνουν τα σιδερένια κάγκελα που σε αποκλείουν από τον έξω κόσμο; Εξαρτάται από το αν είσαι επισκέπτης, κρατούμενος, ερευνητής ή καλλιτέχνης; «Οταν μπαίνεις μέσα το σοκ είναι μεγάλο, η πραγματικότητά σου αλλάζει» ήταν το πρώτο που μου είπαν και οι δύο συνομιλήτριές μου.

Στη φυλακή ο χρόνος παγώνει και ο φυλακισμένος δεν περιορίζεται μόνο σωματικά, μένει στάσιμος ως προσωπικότητα λόγω του εγκλεισμού όπου η επικοινωνία με την ελεύθερη κοινωνία είναι αδύνατη. «Εκανα ένα λάθος, έπρεπε να το πληρώσω και φυλακίστηκα τρία χρόνια» μου λέει η Γαρδένια. «Η μεγαλύτερη τιμωρία μου δεν ήταν ότι ήμουν μέσα ούτε πως πήρα πολλά κιλά από τα φάρμακα αλλά ότι δεν υπήρχε τίποτε να κάνω, πως δεν είχα επισκεπτήριο, δεν είχα κανέναν για να μιλήσω. Μέχρι που γνώρισα τη Σοφία. Ηρθε, με αγκάλιασε και μου είπε δυο καλές κουβέντες».

Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο που έμεινε στη φυλακή η Γαρδένια πήγε στο σχολείο και παρακολούθησε όλα τα εργαστήρια των καλλιτεχνών που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και την αποφυλάκισή της πριν από εφτά μήνες.

Η Σοφία-Ελίζα Μπουράτση είναι διδάκτωρ Αισθητικής και Επιστημών της Τέχνης. Εργάζεται ως θεωρητικός και επιμελήτρια στον χώρο της σύγχρονης τέχνης. Τα ερευνητικά της πεδία αφορούν μεταξύ άλλων τη σωματοποίηση του εγκλεισμού και την ιδρυματοποίηση του σώματος και της σκέψης. Για πρώτη φορά πέρασε την γκρίζα ζώνη των φυλακών Διαβατών τον Μάρτιο του 2016 συμμετέχοντας στο πρότζεκτ «Μουσείο ελεύθερης σκέψης ανθρώπων» που οργάνωσε η επιμελήτρια Νιόβη Ζαραμπούκα-Χατζημάνου.

Για εκείνη είχε ανοίξει ένας δρόμος που δεν ήθελε να κλείσει. Οπως μας εξηγεί, μπαίνοντας πρώτη φορά στο σχολείο της φυλακής συνειδητοποίησε ότι αυτοί οι μαθητές είχαν πραγματικά ανάγκη τα εργαλεία της τέχνης και της φιλοσοφίας που χρησιμοποιούσε στη δουλειά της. Και επέστρεψε. «Ξεκινήσαμε το 2017 με τους καλλιτέχνες Αλέξανδρο Πλωμαρίτη και Γιώργο Γεροντίδη και στη συνέχεια προσκαλέσαμε ακόμη εφτά καλλιτέχνες οι οποίοι υλοποίησαν εργαστήρια και συνομίλησαν με τις συνθήκες της φυλακής».

Οι έννοιες της ελευθερίας και της σιωπής

Κάθε φορά που οι καλλιτέχνες πήγαιναν στη φυλακή η Γαρδένια τους συναντούσε. «Είμαι Τσιγγάνα. Η δική μας κουλτούρα είναι διαφορετική. Δεν ενδιαφέρονται οι δικοί μας για το σχολείο. Παρακινούσα τα άλλα κορίτσια να πάμε να ζωγραφίσουμε, να γράψουμε. Πάντα ήθελα να μάθω πολλά πράγματα αλλά δεν είχα τον τρόπο. Οι γονείς μου με πάντρεψαν στα δεκατρία. Δεν θέλω τα παιδιά μου να πάρουν αυτό τον δρόμο. Θέλω να μάθουν γράμματα. Στην αρχή όταν μπήκα στη φυλακή δεν ήξερα ότι μπορώ να πάω σχολείο. Ολη μέρα ήμασταν κλεισμένες σε ένα δωμάτιο. Βγαίναμε για ένα φαΐ, ένα τηλεφώνημα, λίγη βόλτα στην αυλή και ξανά μέσα σε κείνο το δωμάτιο. Ο άντρας μου ήταν κι αυτός στη φυλακή. Σκεφτόμουν τα παιδιά μου στους δρόμους και τρελαινόμουν. Οταν άρχισα να πηγαίνω στο σχολείο –οι μόνες ώρες που περνούσαν γρήγορα– αισθανόμουν ότι δεν ήμουν στη φυλακή».

«Τα μόνο όρια που τέθηκαν στους καλλιτέχνες ήταν αυτά που θέτει η φυλακή» εξηγεί η Σ.-Ε. Μπουράτση. Το διακύβευμα αυτού του εγχειρήματος, τονίζει, «είναι η σπάνια συνάντηση μεταξύ ανθρώπων που είναι μέλη του ίδιου σώματος μιας κοινωνίας. Νομίζουμε ότι είναι πολύ διαφορετικοί από μας οι “μέσα”, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Και είναι σημαντικό να δημιουργηθεί αυτή η αίσθηση και στους κρατούμενους».

Η πρώτη της παρατήρηση ήταν ότι η έννοια της ταυτότητας μέσα στη φυλακή χάνεται. «Οι έγκλειστοι πρέπει να προστατευτούν τόσο που είναι αναγκαίο να κρυφτούν. Μέσα στα εργαστήρια χρόνο με τον χρόνο βλέπω να γίνονται πραγματικά άλλοι άνθρωποι. Δεν είναι πολυτέλειες η τέχνη και η σκέψη. Για κανέναν. Η τέχνη προσφέρει αυτοπεποίθηση στους κρατούμενους».

Η Γαρδένια εξομολογείται ότι στο σχολείο της φυλακής έμαθε πράγματα που δεν είχε φανταστεί ποτέ. «Εζησα πράγματα που δεν είχα ζήσει. Κάναμε θέατρο, ακούγαμε μουσική, ζωγραφίζαμε, γράφαμε στο τετράδιο τις σκέψεις μας. Μας βάζανε και ασκήσεις και τις έκανα μετά στο δωμάτιο. Επαιρνα βιβλία και διάβαζα στο δωμάτιο. Αν δεν ξέρεις γράμματα, δεν έχεις τίποτε ενδιαφέρον στη ζωή σου, δεν σε παίρνει ο άλλος στη δουλειά του· μένεις πολύ πίσω. Το σχολείο σου ανοίγει άλλο δρόμο. Στη φυλακή έμαθα να γράφω, να διαβάζω και να μιλάω καλύτερα. Το έβαλα στόχο να βρω μια δουλειά και θα συνεχίσω το σχολείο».

Οι κρατούμενοι καταπιάνονται με τις έννοιες του προσώπου, της ελευθερίας και της σιωπής στα γραπτά τους, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση μαζί με τα έργα που προέκυψαν από όλα τα εργαστήρια – έργα των εκπαιδευόμενων και έργα των καλλιτεχνών που μπήκαν και δούλεψαν μαζί τους στη φυλακή. «Αυτή η εργασία λειτουργεί σαν καθρέφτης που προσπαθεί να φέρει έξω κάτι από αυτό που συμβαίνει μέσα. Και το κάνει με εργαλεία την τέχνη και την αισθητική. Είναι πολιτικό εγχείρημα το οποίο κριτικάρει τον σύγχρονο ελληνικό σωφρονισμό» τονίζει η επιμελήτρια και σχολιάζει ότι μόνο το 5% των ανθρώπων που μπήκαν μία φορά στη φυλακή δεν ξαναμπαίνει.

«Και αυτοί που έχουν μπει σε φυλακή ανηλίκων στατιστικά θα συναντηθούν αργότερα σε διάφορες φυλακές της χώρας. “Γι’ αυτό τον λόγο πιστεύω περισσότερο σε πρακτικές ελευθερίας παρά σε διαδικασίες απελευθέρωσης” υποστήριζε ο Φουκώ» σημειώνει η Σ.-Ε. Μπουράτση. Η εμπειρία της τα τελευταία τέσσερα χρόνια στη φυλακή συνοψίζεται στη φράση «πες μου πώς είναι η φυλακή σου να σου πω πώς είναι η κοινωνία σου».

«Οταν βγαίνουμε έξω δεν μας κοιτάνε σαν να είμαστε άνθρωποι» καταλήγει η Γαρδένια. «Δεν ξέρω πώς μπορεί να αλλάξει αυτό. Δεν παίρνουμε, λένε, ανθρώπους που βγαίνουν από τη φυλακή. Μα αν δεν δουλέψουμε, τι θα απογίνουμε; Να πέσουμε πάλι στην παρανομία για να ταΐσουμε τα παιδιά μας; Οταν δεν έχεις από πουθενά βοήθεια τρελαίνεσαι».

INFO

Στην έκθεση «Τίμιοι παράνομοι – Πρόσωπο. Ελευθερία. Σιωπή» η οποία παρουσιάζεται MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών (Αποθήκη Β1, Λιμάνι Θεσσαλονίκης) έως τις 26 Απριλίου συμμετέχουν οι εκπαιδευόμενες και εκπαιδευόμενοι των εργαστηρίων που υλοποιήθηκαν στο 3ο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Θεσσαλονίκης, οι καλλιτέχνες: Αλέξανδρος Πλωμαρίτης, Γιώργος Γεροντίδης, Δημήτρης Αμελαδιώτης, Δημήτρης Φραγκάκης, Μαίρη Ζυγούρη, Βιργινία Μαστρογιαννάκη, Μαρία Κρεμέτη, Ριάνον Μόργκαν, Τάκης Σπυρόπουλος, ο κρατούμενος στον Κορυδαλλό καλλιτέχνης Β. Α. και το 3ο ΣΔΕ Θεσσαλονίκης με τρία πρότζεκτ. Κάθε Σάββατο στις 12.00 θα πραγματοποιούνται ξεναγήσεις ενώ ετοιμάζεται μια σειρά παράλληλων εκδηλώσεων.

Ετικέτες