Πηγές Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος στο Documento: «Αβλεψία οι δύο υπογραφές στην πράξη αρχειοθέτησης Γεωργιάδη»

Πηγές της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος με γνώση της υπόθεσης αποδίδουν τις δύο διαφορετικές υπογραφές στη διάταξη αρχειοθέτησης του Άδωνη Γεωργιάδη «όχι σε παρανομία, αλλά σε αβλεψία», εξιστορώντας τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό το πρωτοφανές -κατά κοινή ομολογία- περιστατικό.

Οι εν λόγω πηγές ανέφεραν στο documentonews.gr ότι στις 24/1/2022 ο υπουργός Ανάπτυξης αιτήθηκε -όπως είχε δικαίωμα να κάνει μέσω των συνηγόρων του- να λάβει τη διάταξη αρχειοθέτησης. Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τις πηγές, διαπιστώθηκε πως έλλειπε μία γραμμή, με αποτέλεσμα να μην βγάζει νόημα το περιεχόμενο της διάταξης.

Εν συνεχεία, στις 2/2/2022 ο Αδ. Γεωργιάδης έκανε νέο αίτημα προκειμένου να λάβει την «ορθή επανάληψη» της διάταξης. Κατόπιν τούτου, ο εισαγγελέας Εφετών, Παναγιώτης Καψιμάλης, να βάλει νέα υπογραφή, η οποία προκάλεσε σάλο εξαιτίας της απροθυμίας του υπουργού να διευκρινίσει δημοσίως τα παραπάνω περιστατικά.

Διαβάστε σχετικά: «Δεν δίνω καμία εξήγηση, καταθέτω αγωγή εναντίον σας» απάντησε ο Γεωργιάδης στο Documento για τις διαφορετικές υπογραφές εισαγγελέα

Αξίζει να σημειωθεί ότι νομικές πηγές επιμένουν και μιλούν για γεγονός που δεν είθισται να συμβαίνει σε πράξεις αρχειοθέτησης, τονίζοντας ότι πέραν της προσθήκης που έγινε στο κείμενο, παραμένουν στη διάταξη εκφραστικά λάθη.

«Ανησυχία για τη λειτουργία των θεσμών»

Αμέσως μετά την επίσκεψη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, δήλωσε από το περιστύλιο της Βουλής:

«Επισκεφθήκαμε με την Όλγα Γεροβασίλη τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Πλιώτα και του μεταφέραμε την πολύ έντονη ανησυχία μας για αυτά που λαμβάνουν χώρα στη δημόσια σφαίρα. Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε ότι υπάρχουν δύο πράξεις αρχειοθέτησης με διαφορετικές υπογραφές και διαφορετικό καταληκτικό περιεχόμενο και το γεγονός αυτό μόνο ανησυχία για τη λειτουργία των θεσμών μας δημιουργεί. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η έννομη τάξη, τα αρμόδια όργανα θα αντιληφθούν ότι δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα πολυτελείας, αλλά για ένα βαθιά θεσμικό πρόβλημα λειτουργίας της Δημοκρατίας».