Προδημοσίευση: «Μια ελπίδα πιο δυνατή απ’ τη θάλασσα» της Μελίσα Φλεμινγκ

Ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο της Αμερικανίδας δημοσιογράφου Μελίσα Φλέμινγκ «Μια ελπίδα πιο δυνατή απ’ τη θάλασσα», το οποίο θα βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων στις 16 Μαρτίου.

Το βιβλίο αφηγείται την περιπετειώδη ζωή της Σύριας Ντουάα αλ Ζάμιλ που είδε τον κόσμο της να ανατρέπεται το 2011, όταν ξέσπασε ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος στην πατρίδα της. Έχοντας πλέον βρεθεί στην Αίγυπτο, με τον αρραβωνιαστικό της τον Μπάσιμ αποφασίζουν να φύγουν κι από εκεί, αναζητώντας ασφάλεια και μόρφωση στην Ευρώπη. Όμως τέσσερις μέρες αφότου σαλπάρουν για την Ιταλία, μαζί με εκατοντάδες άλλους πρόσφυγες, το υπερφορτωμένο πλοίο των διακινητών βουλιάζει στα νερά της Μεσογείου. Τούτη η πραγματική ιστορία, αποκαλυπτική και συναισθηματικά φορτισμένη, δίνει φωνή στα εκατομμύρια των προσφύγων που διακινδυνεύουν τα πάντα διεκδικώντας απεγνωσμένα ένα καλύτερο μέλλον. Εν μέσω της πιο επείγουσας διεθνούς ανθρωπιστικής κρίσης της εποχής μας, η Μελίσα Φλέμινγκ καταθέτει ένα συγκλονιστικό πορτρέτο για τον θρίαμβο της ανθρώπινης θέλησης. Τη μετάφραση έχει κάνει η Τάνια Μποζανίνου.

Ακολουθεί το απόσπασμα

Όλα ξεκίνησαν από ένα γκράφιτι που ζωγράφισαν με σπρέι σε τοίχο μερικά σχολιαρόπαιδα.

Ήταν Φεβρουάριος του 2011, και για μήνες οι κάτοικοι της Ντεράα παρακολουθούσαν να αμφισβητούνται και να ανατρέπονται τα αυταρχικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή. Στην Τυνησία καταπιεσμένοι νέοι, που ταυτίζονταν με την απόγνωση του Μοχάμεντ Μπουαζίζι και αντιδρούσαν στην αυτοπυρπόλησή του, έκαιγαν αυτοκίνητα κι έσπαγαν βιτρίνες μες στην απογοήτευση και στην απελπισία τους. Ως απάντηση, ο σκληροπυρηνικός Τυνήσιος πρόεδρος Ζιν ελ Αμπιντίν Μπεν Άλι, ο οποίος βρισκόταν στην εξουσία από το 1987, υποσχέθηκε στον λαό του περισσότερες θέσεις εργασίας και ελευθερία του τύπου και δήλωσε ότι θα αποχωρούσε μόλις ολοκληρωνόταν η θητεία του το 2014. Όμως οι δηλώσεις του δεν καθησύχασαν τον λαό. Ταραχές ξέσπασαν σε όλη τη χώρα απαιτώντας την παραίτηση του προέδρου αμέσως. Ο Μπεν Άλι απάντησε κηρύσσοντας τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και διαλύοντας την κυβέρνηση. Η εξουσία του στη χώρα αποδυναμώθηκε και ο κύκλος των υποστηρικτών του στον στρατό και στην κυβέρνηση στράφηκε εναντίον του. Στις 14 Ιανουαρίου, λιγότερο από έναν μήνα αφότου αυτοκτόνησε ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, ο πρόεδρος παραιτήθηκε από το αξίωμά του και κατέφυγε στη Σαουδική Αραβία με την οικογένειά του.

Πρώτη φορά σε αραβική χώρα μια λαϊκή διαμαρτυρία είχε καταφέρει να ρίξει έναν δικτάτορα. Στη Συρία οικογένειες όπως της Ντουάα παρακολουθούσαν με κατάπληξη τα τεκταινόμενα. Σε κανενός το μυαλό δε χωρούσε η ιδέα ότι θα μπορούσαν ποτέ να αψηφήσουν το συριακό καθεστώς. Όλοι ήταν δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση για ορισμένα πράγματα –τον συνεχιζόμενο νόμο έκτακτης ανάγκης, τις οικονομικές συνθήκες που επιδεινώνονταν, την έλλειψη ελευθερίας λόγου–, αλλά όλος ο λαός είχε μάθει να ζει με αυτά. Όλοι πίστευαν ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Ο μηχανισμός της ασφάλειας που έβλεπε τα πάντα υπήρχε σε κάθε γειτονιά και παρακολουθούσε τους ταραξίες. Ακτιβιστές στη Δαμασκό που είχαν απαιτήσει μεταρρυθμίσεις μετά τον θάνατο του πρώην προέδρου Χαφέζ αλ Άσαντ είχαν καταλήξει στη φυλακή και ο κόσμος φοβόταν να κακολογήσει το καθεστώς, πόσο μάλλον να διατυπώσει απαιτήσεις – μέχρι σήμερα. Η εξέγερση στην Τυνησία έδειξε στους απλούς Σύριους ότι όλα ήταν δυνατά.

Η Ντουάα, δεκαέξι χρονών πλέον, και οι αδερφές της άρχισαν να πιέζουν τους γονείς τους για λεπτομέρειες σχετικά με το τι συνέβαινε στην περιοχή και αναρωτιούνταν αν θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο και στη Συρία. Ο πατέρας τους μετρίαζε τον ενθουσιασμό τους φοβούμενος να τις ενθαρρύνει. Η Συρία είναι διαφορετική από την Τυνησία, τους έλεγε. Η κυβέρνησή τους ήταν σταθερή. Αυτό που συνέβη στην Τυνησία έγινε μια φορά. Ή έτσι πίστευε.

Ύστερα ήρθε η σειρά της Αιγύπτου, μετά της Λιβύης και της Υεμένης. Στην κάθε χώρα οι διαμαρτυρίες ακολουθούσαν διαφορετικό σενάριο, αλλά όλες είχαν το ίδιο αίτημα: ελευθερία. Η απελπισμένη πράξη διαμαρτυρίας ενός ανθρώπου είχε ανάψει επαναστατικές φλόγες σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η Αραβική Άνοιξη γεννιόταν φέρνοντας την ελπίδα μέσα στη δυσαρέσκεια, ιδίως στους νέους, και τον φόβο σε εκείνους που τους κυβερνούσαν. Όταν οι εξεγέρσεις σάρωσαν την Αίγυπτο, οι Σύριοι έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή. Οι δυο χώρες είχαν ενωθεί για τρία χρόνια το 1958 για να σχηματίσουν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Η Συρία αποσχίστηκε από εκείνη την ένωση το, αλλά οι πολιτιστικοί δεσμοί παρέμεναν ισχυροί. Γι’ αυτό, όταν ο Αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις Φεβρουαρίου 2011, πολλοί δυσαρεστημένοι Σύριοι γιόρτασαν τη νίκη της ανατροπής του σαν να ήταν δικός τους ηγέτης.

Η Ντουάα και η οικογένειά της παρακολουθούσαν με δέος τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ την ώρα που χιλιάδες διαδηλωτές στην πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο ξεσπούσαν σε ενθουσιώδεις εορτασμούς. Ζητωκραύγαζαν μαζί με τις ιαχές «Αλλάχου άκμπαρ» [ο Θεός είναι μεγάλος] και «Μισρ χούρα» [η Αίγυπτος είναι ελεύθερη] που ξεχύνονταν από την οθόνη της τηλεόρασής τους.

Η Ντεράα πάντοτε θεωρούνταν μια αξιόπιστη βάση υποστήριξης του προέδρου Άσαντ και του κόμματος Μπάαθ. Αλλά, μετά την πτώση του Μουμπάρακ, οι κάτοικοί της άρχισαν να συζητούν ψιθυριστά και για το δικό τους καταπιεστικό καθεστώς. «Ποιος θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τη συριακή κυβέρνηση;» αναρωτιόντουσαν. Ο Άσαντ ήταν γνωστός για τη συ-ντριπτική βία με την οποία απαντούσε στους διαφωνούντες. Ίσως σε άλλες χώρες απλοί άνθρωποι που θα ξεσηκώνονταν ενάντια σ’ ένα πανίσχυρο σύστημα να μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά όχι στη Συρία, ήταν βέβαιοι γι’ αυτό.

Μια ομάδα από νεαρά αγόρια στο κατώφλι της εφηβείας θα γίνονταν οι πρώτοι αντιφρονούντες που τράβηξαν την προσοχή στη Συρία. Μια ήσυχη νύχτα στα τέλη Φεβρουαρίου του 2011, εμπνεόμενοι από τις φωνές για κινητοποίηση που κυριαρχούσαν στην Αραβική Άνοιξη, έγραψαν με σπρέι στον τοίχο του σχολείου τους Ετζάκ αλ ντουρ για ντουκτούρ [Ήρθε η σειρά σου, γιατρέ], υπονοώντας το γεγονός ότι ο Μπασάρ αλ Άσαντ είχε απουδάσει οφθαλμίατρος. Όταν τελείωσαν, τα αγόρια έτρεξαν σπίτι τους γελώντας και λέγοντας αστεία, ενθουσιασμένα από αυτό που θεωρούσαν σαν μια αβλαβή φάρσα, μια ασήμαντη πράξη απείθειας. Ήξεραν ότι το γκράφιτι μπορεί να εξόργιζε τις δυνάμεις ασφαλείας, αλλά δεν φαντάζονταν ποτέ ότι η μικρή πράξη τους θα προκαλούσε επανάσταση στη Συρία και θα οδηγούσε σ’ έναν εμφύλιο πόλεμο που θα δίχαζε και θα κατέστρεφε τη χώρα.

Το επόμενο πρωί ο διευθυντής του σχολείου ανακάλυψε το γκράφιτι και κάλεσε την αστυνομία για έρευνα. Δεκαπέντε αγόρια συγκεντρώθηκαν ένα προς ένα και οδηγήθηκαν για ανάκριση στο τοπικό γραφείο πολιτικής ασφαλείας, όργανο της συριακής υπηρεσίας πληροφοριών που παρακολουθούσε στενά τους αντιφρονούντες. Στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε ένα από τα πιο φοβερά κέντρα κράτησης της υπηρεσίας πληροφοριών στη Δαμασκό.

Η οικογένεια της Ντουάα γνώριζε μερικά από τα αγόρια και τους συγγενείς τους. Σχεδόν όλοι τους γνώριζαν. Στην κλειστή κοινωνία της Ντεράα όλοι συνδέονταν κάπως μεταξύ τους, είτε μέσω γάμου είτε μέσω της κοινότητας. Κανείς δεν ήταν βέβαιος αν κάποιοι από εκείνους που είχαν συλληφθεί, και ποιοι, είχαν όντως ζωγραφίσει το γκράφιτι. Μερικά από τα αγόρια πιέστηκαν να ομολογήσουν ή να εμπλέξουν φίλους τους. Άλλα ανακρίθηκαν επειδή το όνομά τους ήταν γραμμένο στους τοίχους του σχολείου πολύ πριν ζωγραφιστεί το γκράφιτι. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτά τα παιδιά είχαν συλληφθεί για μια τόσο ασήμαντη πράξη.

Περίπου μία εβδομάδα αργότερα, οι οικογένειες των αγοριών επισκέφθηκαν τον Άτεφ Ναγκίμπ, ξάδερφο του προέδρου Άσαντ και επικεφαλής του τοπικού παραρτήματος της Πολιτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, για να παρακαλέσουν για την απελευθέρωσή τους. Σύμφωνα με μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες που έγιναν θρύλος, ο Ναγκίμπ είπε στους γονείς να ξεχάσουν τα παιδιά τους και ότι έπρεπε να τους είχαν διδάξει καλύτερους τρόπους. Λέγεται ότι χλεύασε τους άντρες λέγοντάς τους: «Σας συμβουλεύω να ξεχάσετε πως είχατε ποτέ αυτά τα παιδιά. Επιστρέψτε σπίτι, κοιμηθείτε με τις συζύγους σας και φέρτε άλλα παιδιά στον κόσμο, και αν δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, τότε φέρτε τις συζύγους σας σε μας και θα κάνουμε εμείς τη δουλειά για σας».

Αυτή ήταν η τελειωτική προσβολή προς τους κατοίκους της Ντεράα. Στις 18 Μαρτίου, διαδηλωτές κατέβηκαν στους δρόμους, απαιτώντας την απελευθέρωση των αγοριών. Αυτό συνέβη τρεις μέρες αφότου εκατοντάδες άτομα πραγματοποίησαν μια σπάνια διαμαρτυρία στην παλιά πόλη της Δαμασκού, ζητώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, να μπει τέλος στους νόμους έκτακτης ανάγκης και να απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι. Την ώρα της πορείας φώναζαν «Ειρηνικά, ειρηνικά» για να δηλώσουν τη φύση του κινήματός τους. Λέγεται ότι έξι διαδηλωτές συνελήφθησαν εκείνη τη μέρα.

Στις 18 Μαρτίου, σε μια συντονισμένη δράση, κόσμος στη Δαμασκό, στη Χομς και στην Μπανιγιάς κατέβηκε στους δρόμους μαζί με τους κατοίκους της Ντεράα για να απαιτήσουν την απελευθέρωση των παιδιών της Ντεράα ενώ φώναζαν «Θεός, Συρία, ελευθερία».

Λίγα λόγια για τη Μελίσα Φλέμινγκ

Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Μελίσα Φλέμινγκ είναι, από τον Σεπτέμβριο του 2019, επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του σημερινού Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες. Είχε επίσης συνεργαστεί από ανάλογη θέση με τον ίδιο κατά την περίοδο που εκείνος διετέλεσε επικεφαλής της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Η Φλέμινγκ μεγάλωσε στο Μάρμπλχεντ της Μασαχουσέτης και, μετά τις σπουδές της στο Κολέγιο Όμπερλιν (Οχάιο) και στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, πέρασε την ενήλικη ζωή της στην Ευρώπη εργαζόμενη σε διεθνείς οργανισμούς που προωθούν την προστασία των προσφύγων, την ανάσχεση και την αποτροπή της πυρηνικής απειλής, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης. Στο πλαίσιο των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, έχει ταξιδέψει σε εμπόλεμες ζώνες και καταυλισμούς ανά τον κόσμο, αναδεικνύοντας το δράμα εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν εκτοπιστεί βίαια από τις εστίες τους. Η Φλέμινγκ διηγήθηκε για πρώτη φορά την ιστορία της Ντουάα σε ομιλία της στη σκηνή του TED.

Info

Μια ελπίδα πιο δυνατή απ’ τη θάλασσα

Mελίσα Φλέμινγκ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Καστανιώτης

ISBN: 978-960-03-66-88

ΣΕΛ.: 288

Ετικέτες