Πρωτοβάθμια υγεία: Μπαλώματα για να περάσει το τσουνάμι

Προσωρινές λύσεις εφευρίσκει το υπουργείο για την πρωτοβάθμια υγεία αντί για μόνιμα μέτρα.

Μέτρα αποδυνάμωσης και όχι ενδυνάμωσης». Με αυτά τα λόγια γιατροί στους οποίους απευθύνθηκε το Documento, τόσο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας όσο και ιδιώτες, αποδομούν την… επάρκεια των μέτρων που ανακοίνωσε ο αρμόδιος υπουργός Βασίλης Κικίλιας ως φάρμακο για την ενδυνάμωση του νοσούντος σοβαρά συστήματος πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ).

Ας δούμε όμως πού ακριβώς στηρίζονται οι επικρίσεις των κατεξοχήν αρμοδίων, δηλαδή των ίδιων των υπηρετούντων την ΠΦΥ, στα μέτρα που ανακοινώθηκε ότι θα ληφθούν για την ενίσχυσή της ενώ το τσουνάμι της πανδημικής κρίσης είναι σε εξέλιξη. Οι δύο βασικοί άξονες του σχεδιασμού του υπουργείου περιλαμβάνουν τη λειτουργία κέντρων υγείας (ΚΥ) αποκλειστικά για κορονοϊό και κέντρα υγείας που θα εξυπηρετούν τους ασθενείς με χρόνια νοσήματα, θα διαχειρίζονται τις έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις και θα επικοινωνούν για να ελέγχουν την εξέλιξη της υγείας τους με τους πολίτες που ανήκουν στον πληθυσμό τους και είναι σε απομόνωση στο σπίτι. «Είναι προφανές ότι με βάση τον πληθυσμό τα κέντρα υγείας που αναφέρεται ότι θα λειτουργήσουν αποκλειστικά για Covid-19 δεν επαρκούν» είναι η άμεση απάντηση-αποδόμηση της δυναμικής των εξαγγελθέντων μέτρων από τους ίδιους τους εργαζόμενους στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας.

Η μετακίνηση δεν είναι ενδυνάμωση

«Η λέξη ενδυνάμωση μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί γιατί διαβάζοντας κανείς τις ανακοινώσεις δεν διακρίνει ποιες είναι ακριβώς οι ενέργειες της ενδυνάμωσης. Ενέργειες ενδυνάμωσης μπορεί να είναι μόνο η πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, η ενίσχυση του υπάρχοντος προσωπικού με επαρκή μέτρα προσωπικής προστασίας και ο εμπλουτισμός του δικτύου των οικογενειακών γιατρών» λέει συγκεκριμένα στο Documento ο Στέλιος Δημητρακόπουλος, γενικός γιατρός στο Κέντρο Υγείας Αγίας Βαρβάρας Ηρακλείου Κρήτης.

Απαντώντας στον σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας, σύμφωνα με τον οποίο «το προσωπικό από τα ΚΥ 24ωρης λειτουργίας θα μεταφέρεται για την υποστήριξη είτε των ΚΥCOVID είτε των νοσοκομείων αναφοράς, η μετακίνηση των ιατρών θα είναι άμεση και το προσωπικό των ΤΟΜΥ και των Περιφερειακών Ιατρείων θα ενισχύσει τα ΚΥ όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο», ο κ. Δημητρακόπουλος επισημαίνει: «Τα περιφερειακά ιατρεία καλύπτουν πληθυσμούς με μεγάλο μέσο όρο ηλικίας με πολλαπλά προβλήματα υγείας, των οποίων τη φροντίδα δεν απαντάται ποιος θα αναλάβει. Ο κόσμος συνεχίζει να αρρωσταίνει και να πεθαίνει από λόγους που δεν έχουν να κάνουν με την Covid-19».

Σχετικά με την παρακολούθηση των ασθενών μέσω τηλεφώνου από δίκτυο που δημιουργείται, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του υπουργείου, και το οποίο θα αποτελείται από επαγγελματίες υγείας (ιατροί, νοσηλευτές, επισκέπτες υγείας), ο κ. Δημητρακόπουλος αλλά και άλλοι συνάδελφοί του με τους οποίους μιλήσαμε επιμένουν ότι «η επικοινωνία του ασθενή με τον γιατρό πρέπει να είναι άμεση και απρόσκοπτη χωρίς διαμεσολαβητές και σίγουρα χωρίς στην άλλη άκρη της γραμμής να απαντάει κάποιος άσχετος με τον χώρο της υγείας, όση εκπαίδευση κι αν έχει πάρει».

Πάλι το τηλέφωνο και τα «μπλοκάκια»

Κρίσιμο επίσης είναι, σύμφωνα με τους γιατρούς, το στοιχείο της συνέχειας της παρακολούθησης για την εξέλιξη της υγείας του ασθενή ακόμη και μέσω τηλεφώνου. Παρόλο που στο ρεπορτάζ του Documento οι γιατροί αναφέρουν ότι απολύτως ορθή διάγνωση τηλεφωνικά δεν μπορεί να γίνει, παράλληλα τονίζουν ότι ο μοναδικός τρόπος για να διαπιστώσεις τηλεφωνικά μια επιδείνωση είναι όταν ο ασθενής μιλάει πάντα με τον ίδιο γιατρό και ιδανικά όταν αυτός είναι ο θεράπων ιατρός του.

Να σημειωθεί ότι οι γιατροί που μιλούν στο Documento συμφωνούν με τη δημιουργία του ηλεκτρονικού μητρώου για την παρακολούθηση των ασθενών που έχουν διαγνωστεί με Covid-19 από τους θεράποντες ιατρούς και τη διασφάλιση συνεχούς φροντίδας αυτών των ασθενών. Θετικό χαρακτηρίζουν και το εξαγγελθέν μέτρο για κατ’ οίκον επισκέψεις από ευέλικτες ομάδες γιατρών και νοσηλευτών.

Παραμένει ωστόσο το ερώτημα «για ποιον λόγο αντί για μετακινήσεις δεν γίνονται προσλήψεις μόνιμου προσωπικού αλλά προκρίνεται η λύση συνεργασίας με μπλοκάκια;». Αν και, όπως τονίζουν οι γιατροί, «είναι σωστό να παίρνουν αμοιβή οι ιδιώτες που θα συνεργαστούν με τα δημόσια καθώς δεν γίνεται να υποχρεώνεις έναν γιατρό να δουλέψει χωρίς χρήματα και να πολεμήσει σε μια μάχη δίχως όπλα, ειδικά όταν βλέπουμε τα εκατομμύρια να πηγαίνουν σε κλινικάρχες, σε ιδιωτικά εργαστήρια και σε ΜΜΕ».

Τέλος, σχετικά με το άλλο εξαγγελθέν μέτρο της κατ’ οίκον επίσκεψης από ιδιώτες γιατρούς, μεγάλη σημασία έχει να λυθεί το θέμα της επάρκειας της ατομικής προστασίας των γιατρών. Και αυτή η επισήμανση αποδεικνύεται πόσο σημαντική είναι μόνο και μόνο από το γεγονός ότι τουλάχιστον μέχρι τώρα η ενημέρωση που έχει ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος από το υπουργείο είναι ότι του προσφέρει 50.000 μάσκες για… 25.000 ιδιώτες γιατρούς.

Απομένει λοιπόν να δούμε εάν και πότε θα υλοποιηθούν έστω και τα ελλιπή αυτά μέτρα, αν έχει εκπαιδευτεί επαρκώς το προσωπικό, καθώς παρά τις βαρύγδουπες εξαγγελίες ακόμη και μέχρι σήμερα τα πράγματα δεν έχουν διορθωθεί ούτε καν στα νοσοκομεία αναφοράς για τον κορονοϊό.

«Ενέργειες ενδυνάμωσης μπορεί να είναι μόνο η πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, η ενίσχυση του υπάρχοντος προσωπικού με επαρκή μέτρα προσωπικής προστασίας και ο εμπλουτισμός του δικτύου των οικογενειακών γιατρών»