Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Έγινε προς... όφελος των πολιτών!

Σάλος από την προκλητική απόφαση του ΣτΕ για το πόθεν έσχες - Το Documento αποκαλύπτει το σκεπτικό

Από το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ για το Πόθεν Έσχες που αποκαλύπτει το Documento αποδεικνύεται περίτρανα ότι πρόκειται για μια απόφαση-πρόκληση καθώς οι δικαστές επιφυλάσσουν στον εαυτό τους ιδιαίτερη μεταχείριση, θεωρώντας ότι δεν μπορούν να ελέγχονται όπως οι υπόλοιποι «κοινοί θνητοί» ενώ «γνωμοδοτούν» ότι τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να φυλάσσονται σε οικίες, θυρίδες κλπ δεν μπορεί να ελέγχονται.

Αυτό είναι το σκεπτικό που, κατά το ΣτΕ, είναι προς... το συμφέρον των πολιτών…

Τι λέει όμως αυτή η απόφαση, που δημοσιεύτηκε μάλιστα στην εκπνοή της προθεσμίας για την υποβολή δηλώσεων πόθεν έσχες, καθαρογράφτηκε σε χρόνο ρεκόρ και το σκεπτικό της βάλλει, στα περισσότερα σημεία, κατά της κοινής λογικής; Λέει, κατ’ αρχήν, ότι και οι δικαστές θα πρέπει να υποβάλλουν, όπως όλοι οι άλλοι υπόχρεοι, ηλεκτρονικά τις δηλώσεις πόθεν έσχες. Τη διαδικασία αυτή αποκήρυσσαν μετά βδελυγμίας οι προσφεύγουσες δικαστικές ενώσεις προβάλλοντάς την ως λόγο ακύρωσης της σχετικής υπουργικής απόφασης, με το σκεπτικό ότι υπήρχε κίνδυνος διαρροής απόρρητων προσωπικών δεδομένων τους.

Κατά τ’ άλλα, η επίμαχη κοινή υπουργική απόφαση ακυρώθηκε από το ΣτΕ και όλα τα καίρια σημεία της που κατέτειναν στην εξασφάλιση της απόλυτης διαφάνειας μέσω ουσιαστικού ελέγχου της προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων των υπόχρεων κρίθηκαν αντισυνταγματικά…

ΣτΕ: η ανώτατη αρχή

Τα πιο προκλητικά για την κοινωνία σημεία της απόφασης του ΣτΕ, που ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για πλείστες όσες αυθαιρεσίες από πολλές πλέον κατηγορίες υπόχρεων, είναι:

* Ο εξοβελισμός ως «αντισυνταγματικής» για τους δικαστές αλλά και για τους λοιπούς υπόχρεους (αιρετοί, δημοσιογράφοι, εκδότες, στρατιωτικοί, λιμενικοί, σωφρονιστικοί υπάλληλοι κ.ά.) της υποχρέωσης να δηλώνονται τα πάνω από 15.000 ευρώ ποσά που βρίσκονται εκτός τράπεζας (στρώμα ή θυρίδες), καθώς και κινητά περιουσιακά στοιχεία (τιμαλφή, πίνακες κ.λπ.) η αξία των οποίων υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ.

Εμφανίζονται δηλαδή οι δικαστές να μην επιθυμούν να ελεγχθούν στοιχεία που αποδεικνύουν ποιοι επίορκοι, είτε από τον κλάδο τους είτε από άλλες «ευαίσθητες» κατηγορίες επαγγελματιών, όπως είναι και οι δημοσιογράφοι, χρησιμοποιούν τη θέση ή την εξουσία τους για την απόκτηση παράνομου πλούτου ο οποίος μπορεί να ξεπλένεται μέσα από ακριβούς πίνακες ή αγορές τιμαλφών, χρυσού και διαμαντιών. Αν διαβάσει δε κανείς το σκεπτικό με το οποίο αιτιολογεί το ΣτΕ την πλήρη αποστροφή του στην προαναφερόμενη υποχρέωση πραγματικά κινδυνεύει να εκτοξευτεί στη… στρατόσφαιρα.

Σύμφωνα λοιπόν με την επίμαχη απόφαση, τα μετρητά στο στρώμα και κάθε κινητό περιουσιακό στοιχείο πάνω από 30.000 ευρώ «εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου των υπόχρεων» (για… μαύρο χρήμα ούτε λόγος) και η δήλωσή τους οδηγεί σε «δημιουργία περιουσιολογίου» που δεν εξυπηρετεί κάποιον «σκοπό δημοσίου συμφέροντος» ο οποίος να το δικαιολογεί. Και επειδή «δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί η ακρίβεια της δήλωσης ως προς την κατοχή και το ύψος μετρητών», ο οποιοσδήποτε δηλαδή μπορεί να κάνει ψευδή δήλωση γιατί νομοθετούμε ελέγχους που δεν θα έχουν αποτέλεσμα, «ο μόνος δυνατός τρόπος ελέγχου θα ήταν η κατ’ οίκον έρευνα», που και αυτή κατά το ΣτΕ είναι αντισυνταγματική.

Και σε ένα άλμα προς μια εικονική πραγματικότητα, προς έναν νοητό κόσμο ηθικό και αγγελικά πλασμένο, οι σύμβουλοι επικρατείας δίνουν και τη λύση. Προτείνουν ως «πρόσφορο στοιχείο επίτευξης του σκοπού όταν πρόκειται για κινητά μεγάλης αξίας την υποχρέωση δήλωσης της αγοράς τους κατά το έτος απόκτησής τους». Οπως δηλαδή ακριβώς γίνεται και στην πραγματική ζωή, που οι παρανόμως συναλλαχθέντες κάνουν και… δήλωση η οποία να αποδεικνύει το έγκλημα. Και το κερασάκι στην τούρτα: η απόφαση επισημαίνει ότι οι μεγάλες συναλλαγές γίνονται πλέον ηλεκτρονικά… Αναφορά που αν μη τι άλλο προκαλεί μεγάλη ανακούφιση, καθώς καταδεικνύει ότι, σύμφωνα με τους δικαστές μας, μαύρο χρήμα δεν διακινείται πια στον πολύπαθο τόπο μας.

* Το ΣτΕ, σε άλλο σκέλος της απόφασής του, ικανοποίησε και το αίτημα των δικαστικών ενώσεων, των ίδιων δηλαδή, να ελέγχονται οι δηλώσεις τους από τους… ίδιους και συγκεκριμένα από όργανο που θα αποτελείται στην πλειοψηφία του από δικαστές.

Μάλιστα, για την Ολομέλεια του ΣτΕ που έλαβε μια απόφαση κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των δικαστών και η οποία για την κοινωνία μεταφράζεται σε «Γιάννης πίνει, Γιάννης κερνάει», το γεγονός ότι επιθυμούν να ελέγχουν μόνο ανώτατοι συνάδελφοί τους τις δηλώσεις πόθεν έσχες τους είναι προς το συμφέρον των… πολιτών και όχι προς το δικό τους. Γιατί, άκουσον άκουσον, έτσι μόνο διασφαλίζεται η ανεξαρτησία των δικαστών, προϋπόθεση απαραίτητη για να λειτουργούν, όπως είναι το καθήκον τους, υπέρ της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών.

Οι συνέπειες του… ελέγχου

Αλλωστε, όπως αναφέρεται στην απόφαση, η αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος (Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες), η οποία ελέγχει τα πόθεν έσχες των δικαστών, «είναι αρμόδια για τον έλεγχο και 36 άλλων ετερόκλητων κατηγοριών υπόχρεων» και μπορεί ο πρόεδρός της να είναι «ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός», αλλά τα τέσσερα μέλη της είναι «απλά στελέχη της Διοίκησης», που όπως τονίζεται στην απόφαση «ελέγχονται από εμάς». Ασε που η ονομασία της αρχής παραπέμπει σε έρευνες για την εγκληματική δραστηριότητα και αυτό «μειώνει το κύρος των δικαστικών λειτουργών, όπως και των λοιπών κατηγοριών υπόχρεων – και κατά συνέπεια και το κύρος της ίδιας της τρίτης κρατικής λειτουργίας».

Εγώ ειμί το συμφέρον των πολιτών

Σύμφωνα με την επίμαχη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, «λαμβάνοντας υπόψη ότι ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των δικαστών συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος και πρέπει να διενεργείται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η συνταγματικώς επιβαλλόμενη ανεξαρτησία αυτών έναντι των οργάνων των δύο άλλων λειτουργιών, το επιφορτισμένο με τον έλεγχο όργανο πρέπει να συγκροτείται, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου του, από ανώτατους τακτικούς δικαστές, μέλη των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας». Και όλα αυτά, όπως τονίζεται στην απόφαση, «όχι ως ευνοϊκό μέτρο υπέρ των δικαστών», αλλά «ως προς το συμφέρον των πολιτών, τα δικαιώματα των οποίων έχουν ως αποστολή να προστατεύουν οι συγκεκριμένοι λειτουργοί».

Ακόμα τονίζεται ότι «η απειλή και μόνο άσκησης ποινικής ή πειθαρχικής δίωξης ή καταλογισμού σημαντικού ενδεχομένως ποσού (σ.σ.: αν δηλαδή δικαστικός λειτουργός συλληφθεί με τη γίδα στην πλάτη;) μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους οι τελούντες υπό την απειλή αυτή δικαστικοί λειτουργοί». Επιπρόσθετα –κατά το ΣτΕ– κάτι τέτοιο θα είχε και συνέπειες για το κύρος των δικαστικών λειτουργών που απειλούνται με κυρώσεις. Δηλαδή το κύρος του δικαστικού λειτουργού –και όχι των άλλων υπόχρεων– θα τρωθεί από την… απειλή της δίωξης και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει μέχρι να κριθεί τελικά από τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα.

Ενώ, κατά την απόφαση, «η καθιέρωση υποχρεωτικού ελέγχου των δηλώσεων των δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν σε Ανώτατο Δικαστήριο, και όχι δειγματοληπτικού όπως ισχύει για όλους τους υπόλοιπους δικαστικούς λειτουργούς, αποτελεί μέτρο απρόσφορο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με το νόμο σκοπού». Γιατί; Σύμφωνα με τις επιμέρους αντιρρήσεις των δικαστών: «Βάλλεται η αρχή της ισότητας καθώς για τους δικαστές των ανωτάτων δικαστηρίων προβλέπεται ο έλεγχος των δηλουμένων στοιχείων και η επισύναψη των στοιχείων που μεταβάλλονται (συμβόλαια κ.λπ.), ενώ για όλους τους άλλους (υπολοίπων βαθμίδων) προβλέπεται ο δειγματοληπτικός έλεγχος και η μη επισύναψη των εγγράφων που επιφέρουν μεταβολές περιουσιακής κατάστασης».

Οι ανώτατοι δικαστές δηλαδή θα υπόκεινται μόνο σε δειγματοληπτικό έλεγχο (με παραγραφή στην πενταετία). Η διαδικασία όμως αυτή, σύμφωνα με δικαστές οι οποίοι διαφωνούν, αφήνει ανοικτό παράθυρο ο δειγματοληπτικός έλεγχος να εκφυλιστεί είτε σε ανώδυνο επιλεκτικό είτε σε επώδυνο και εκδικητικό σε βάρος «αντιπάλων».

Συμπέρασμα: Η τάξη μας, τα μισθολογικά μας, οι τύποι και οι… αναλογικότητες πάνω από όλα, για ένα «οχυρωμένο κράτος δικαστών» που στα πρώτα χρόνια της κρίσης περνούσαν όλα τα σκληρά αντεργατικά μέτρα ως απολύτως απαραίτητα για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας και οψίμως διαγιγνώσκουν τη μια αντισυνταγματικότητα μετά την άλλη. Και πάντα «προς το συμφέρον των πολιτών». 

Οι αντιδράσεις

Η επίμαχη απόφαση προκάλεσε κύμα αντιδράσεων τόσο από τον πολιτικό όσο και από το νομικό χώρο.

Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «κάποιοι κάτι θέλουν να κρύψουν» και προσέθεσε:

«Συνεχίζουν να εκτίθενται και έρχονται σε πλήρη δυσαρμονία με το αίσθημα δικαίου του ελληνικού λαού και της πλειοψηφίας των Ελλήνων δικαστών».

Και ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, ομότιμος καθηγητής της Νομικής, Μιχάλης Σταθόπουλος, δήλωσε στο Documento ότι διαφωνεί με την απόφαση του ΣτΕ, τονίζοντας ότι δεν μπορούν να εξαιρεθούν οι δικαστικοί λειτουργεί από το καθεστώς πλήρους διαφάνειας, σημειώνοντας ακόμη ότι τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να υποχωρούν στα θέματα της περιουσιακής κατάστασης των ατόμων, διότι προηγείται η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς.

Σκληρή κριτική στη Δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της άσκησε ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας, Παύλος Πολάκης, μέσω ανάρτησής του στο Facebook.

«Tο έχω πει από τον Ιούνιο του 2016 (και πέσαν να με φάνε από ιερό ρίγος προσβολής της "διάκρισης των εξουσιών"): Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΣΧΕΙ ΒΑΡΙΑ!!!» έγραψε, μεταξύ άλλων, και συμπλήρωσε:

«Ειδικά ένα μεγάλο έως οριακά πλειοψηφικό κομμάτι του ανώτερου τμήματος της λειτουργεί ως "όπλο τελευταίας καταφυγής" στο σκληρό πυρήνα του συστήματος εξουσίας που κυβέρνησε τη χώρα από τον πόλεμο και μετά.

Τα τελευταία 2,5 χρόνια ,οποίος νόμος ή υπουργική απόφαση θίγει τα υλικά συμφέροντα ή την πολιτική κυριαρχία αυτού του συστήματος εξουσίας ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΕ (άδειες καναλιών, διώξιμο εργολάβων απ τα νοσοκομεία, δημοκρατική εκλογή διευθυντών στα σχολεία και τώρα το πόθεν είχες που αφορά και τους δικαστές).»

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις μελών του νομικού κόσμου στο Documento.

Ο δικηγόρος Ιπποκράτης Μυλωνάς τόνισε ότι δεν είναι αβάσιμη η κριτική στους δικαστές, ενώ η δικηγόρος Άννυ Παπαρρούσου σημείωσε ότι πρόκειται για έναν δικαστικό μηχανισμό γεμάτο αντιφάσεις.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.