Σε καραντίνα και η δημοκρατία;

Διαδηλωτές ξανά στους δρόμους Γερμανίας – Γαλλίας για τα περιοριστικά μέτρα και τις υπερεξουσίες των κυβερνήσεών τους στο όνομα του κορονοϊού

Η ψήφιση του νέου νόμου περί προστασίας από λοιμώξεις έβγαλε ξανά στους δρόμους της Γερμανίας ένα οργισμένο ετερόκλητο πλήθος, ακτιβιστές που διαμαρτύρονται για τη συνεχιζόμενη επιβολή περιοριστικών μέτρων στο όνομα της πανδημίας αλλά και αρνητές της μάσκας και ακροδεξιούς συνωμοσιολόγους.

Την ίδια ώρα λίγο παραδίπλα, στην «πόλη του φωτός», διαδηλωτές δίνουν τη δική τους μάχη με τις αστυνομικές δυνάμεις για το επίμαχο νομοσχέδιο για την «καθολική ασφάλεια», που μεταξύ πολλών άλλων αμφιλεγόμενων προβλέψεων ποινικοποιεί τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας, βάζοντας επί της ουσίας ταφόπλακα στην ελευθερία του Τύπου.

Οργανισμοί όπως η Διεθνής Αμνηστία και ο Οργανισμός Ανθρώπινων Δικαιωμάτων κρούουν εδώ και μήνες το καμπανάκι πως πολλά μέτρα που έχουν υιοθετήσει ευρωπαϊκά κράτη για την αντιμετώπιση της πανδημίας περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και υπονομεύουν τη δημοκρατία.

Αψήφησαν τις απαγορεύσεις

Η πρόσφατη ψήφιση του νόμου περί προστασίας από λοιμώξεις από τη γερμανική Βουλή και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, ο οποίος δίνει την εξουσία στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση να λαμβάνει μέτρα χωρίς να συζητηθούν και να εγκριθούν από το νομοθετικό σώμα, έχει προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων σε ολόκληρη τη Γερμανία. Εκατοντάδες διαδηλωτές αψήφησαν τις απαγορεύσεις και κατέβηκαν στους δρόμους απαιτώντας από την κυβέρνηση της Μέρκελ να σταματήσει την επίμαχη νομοθεσία που υπονομεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Αν και ο τροποποιημένος νόμος πέρασε με τη σύμφωνη γνώμη των Χριστιανοδημοκρατών, των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων, πολλοί ήταν εκείνοι, ακόμη και κυβερνητικοί βουλευτές, που καταλογίζουν στην καγκελάριο και στους πρωθυπουργούς των κρατιδίων πως αποφασίζουν μέτρα που περιορίζουν συνταγματικές ελευθερίες των πολιτών χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο. «Πολλοί βουλευτές πιστεύουν ότι δεν έχουν εμπλακεί επαρκώς στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν» σχολιάζει ο Γερμανός δικηγόρος Νιλς Γάουαρ.

Για τους Φιλελεύθερους που καταψήφισαν την τροποποιημένη νομοθεσία οι αλλαγές αυτές δίνουν λευκή επιταγή στην κυβέρνηση να πράττει κατά το δοκούν σε θέματα ατομικών ελευθεριών, ενώ το Αριστερό κόμμα καταγγέλλει πως χάνεται ο κοινοβουλευτικός έλεγχος σε θεμελιώδη ζητήματα.

Ωστόσο ορισμένοι ακροδεξιοί διαδηλωτές και η ακροδεξιά Εναλλακτική Λύση για τη Γερμανία (AfD) συγκρίνουν τη νέα νομοθεσία με τον νόμο που ψηφίστηκε το 1933 και συμβόλιζε το τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την αρχή της ναζιστικής τυραννίας δίνοντας υπερεξουσίες στον Χίτλερ.

Αν και οι παραλληλισμοί αυτοί καταδικάστηκαν ομόφωνα από ιστορικούς και επιστήμονες, πολλοί αρνητές του κορονοϊού φαίνεται πως στρέφονται σε τέτοιες ατραπούς. Ανεξαρτήτως κατηγοριοποιήσεων, πάντως, το ποσοστό των Γερμανών που επικρίνουν τις κυβερνητικές πολιτικές κατά του κορονοϊού αυξήθηκε από 15% σε 28% τους τελευταίους τρεις μήνες, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Δημοσκόπησης Αλενσμπαχ.

«Πολλοί διαδηλωτές παρακινούνται από ομιλίες που δεν είναι συμβατές με τη φιλελεύθερη δημοκρατία, που προέρχονται από επικίνδυνες υπερφιλελεύθερες θέσεις, από ακατέργαστες θεωρίες συνωμοσίας, ακόμη και από ακροδεξιές εξτρεμιστικές ιδεολογίες» επισημαίνει στο Documento o Μίκαελ Χάους, καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.

Για τον καθηγητή Χάους ωστόσο και μόνο το γεγονός πως οι πολιτικές διαμαρτυρίες προστατεύονται από το νομικό σύστημα ακόμη και εν μέσω πανδημίας δεν δικαιολογεί εκτιμήσεις ότι η κυβέρνηση στοχεύει στην επιβολή δικτατορίας. «Αυτό καταδεικνύει εντυπωσιακά τη δύναμη του φιλελευθερισμού στη γερμανική κοινωνία» υπογραμμίζει και προσθέτει: «Η τροποποίηση του νόμου περί προστασίας των λοιμώξεων ορίζει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να περιοριστούν προσωρινά τα βασικά δικαιώματα προκειμένου να καταπολεμηθεί η πανδημία. Παράλληλα ενισχύει το κράτος δικαίου σε μια κατάσταση όπου η πλειοψηφία στηρίζει μια κυβέρνηση που είναι πεπεισμένη ότι πρέπει να ληφθούν έκτακτα μέτρα σε μια ασυνήθιστη κατάσταση».

«Απειλεί την ελευθερία της έκφρασης»

Η Γερμανία δεν είναι όμως η μόνη χώρα που κλονίζεται από διαδηλώσεις ενάντια στην παραβίαση των δικαιωμάτων. Το αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο για την «καθολική ασφάλεια» που απαγορεύει σε δημοσιογράφους και πολίτες να φωτογραφίζουν το πρόσωπο αστυνομικών κατά τη διάρκεια ταραχών και να ανεβάζουν το υλικό στο διαδίκτυο, επιβάλλοντας ακόμη και χρηματικό πρόστιμο στους παραβάτες ή ποινή φυλάκισης, έχει προκαλέσει λαϊκή έκρηξη και σοβαρά επεισόδια στη Γαλλία.

«Είναι νόμος που σκοτώνει την ελευθερία και απειλεί την ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα της διαδήλωσης και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή» επισημαίνει η Αν Σοφί Σαμπέρ, ακτιβίστρια της Διεθνούς Αμνηστίας, που ζητά την απόσυρση του επίμαχου άρθρου 24.

Αν και ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Γκεράλντ Νταρμανίν όπως και άλλοι βουλευτές από το κόμμα του Μακρόν προσπάθησαν να καθησυχάσουν τα πνεύματα λέγοντας πως το επίμαχο νομοσχέδιο δεν θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα των δημοσιογράφων ή των απλών πολιτών και πως οι αστυνομικοί που χρησιμοποιούν βία θα τιμωρούνται, εντούτοις επικριτές του καταγγέλλουν ότι εμποδίζει δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ να καταγράφουν την αστυνομική καταστολή ή άλλες παραβάσεις. Αλλωστε το θέμα της αστυνομικής βίας δεν είναι νέο στη Γαλλία. Οι διαμαρτυρίες για δυσανάλογη βία εκ μέρους αστυνομικών είναι συχνές, με αποκορύφωμα το 2018 όταν το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» βρισκόταν στο απόγειό του.

Η κυβέρνηση Μακρόν έχει ήδη δεχτεί πυρά από το Συμβούλιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ, την Κομισιόν αλλά και από τις δημοσιογραφικές ενώσεις, ανάμεσά τους και την ελληνική, που υπογραμμίζουν το σοβαρό πλήγμα που επιφέρει το συγκεκριμένο άρθρο «στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις θεμελιώδεις ελευθερίες, κυρίως στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής».

Ετικέτες