Self test διά πάσαν νόσο

Εμβαλωματικές λύσεις, βιασύνη και αμφίβολο αποτέλεσμα στο άνοιγμα των λυκείων βλέπουν οι ειδικοί.

Μετά τις μάσκες-αλεξίπτωτα, τα παγουρίνα και τις οδηγίες για ανοικτά παράθυρα, η κυβέρνηση τώρα υποχρεώνει γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικούς να γίνουν «ερασιτέχνες υγειονομικοί», μεταθέτοντας την ευθύνη πάνω τους για τη διασπορά του ιού.

Οι μαθητές του λυκείου επιστρέφουν στα θρανία ύστερα από πολύμηνο διάλειμμα και καλούνται να κάνουν αυτοδιάγνωση, να ερμηνεύουν σωστά το αποτέλεσμα και να το καταχωρήσουν στην πλατφόρμα ώστε να πάρουν το… εισιτήριο εισόδου στα σχολεία. Και αν όλα τα παραπάνω επιβάλλονταν λόγω των συνθηκών αλλά εξασφάλιζαν την ασφαλή λειτουργία των σχολείων, ίσως να μην είχε δημιουργηθεί τόσο μεγάλη αντίδραση από την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα.

Αυτό όμως που εξηγούν οι ειδικοί είναι ότι η εγκυρότητα του αποτελέσματος των self tests εξαρτάται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες, κάτι που κάνει πολύ πιθανό τον κίνδυνο για μεγάλη έξαρση. Ταυτόχρονα επισημαίνουν ότι ένα αρνητικό τεστ μπορεί να προκαλέσει μια πιθανή ανεμελιά στους μαθητές, κάτι καταστροφικό για τα σημερινά επιδημιολογικά δεδομένα.

«Εφόσον μια διαδικασία αυτοέλεγχου δεν είναι ελεγχόμενη δεν μπορεί να είναι εμπιστεύσιμη» τονίζει στο Documento ο Απόστολος Βανταράκης, καθηγητής Υγιεινής και πρόεδρος των Βιοεπιστημόνων Ελλάδας, σχετικά με την κυβερνητική λύση που προκρίθηκε για το άνοιγμα των σχολείων και εξηγεί: «Δημιουργείται μεγάλη ανασφάλεια για τους χώρους όπου θα κινούνται οι άνθρωποι που θα κάνουν αυτά τα τεστ». Ο ίδιος θέτει το εξής ερώτημα: «Αν δηλώνω στην πλατφόρμα συνέχεια αρνητικά, ποιος θα με ελέγξει; Δεν μπορεί να είναι μόνος του ο πολίτης σε αυτήν τη διαδικασία» και συνεχίζει: «Είναι σαν να ανοίγουμε τα σχολεία χωρίς να έχουμε κάνει καμία επέμβαση. Αν είχαν αραιώσει τις τάξεις μαζί με το self test, τότε θα είχε ουσία. Πρόκειται για συμπληρωματικό μέτρο, ενώ εμείς το χρησιμοποιούμε ως βασικό εργαλείο» σημειώνει σχετικά με τα αναπάντητα ερωτήματα με τις πρακτικές διαχείρισης από πλευράς κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Εντονο προβληματισμό και ανησυχία έχουν προκαλέσει στην επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα το άρον άρον άνοιγμα των σχολείων σε συνδυασμό με τον τετραψήφιο καθημερινό αριθμό κρουσμάτων, με τα γεμάτα νοσοκομεία και με διασωληνωμένους ασθενείς για πολλά 24ωρα εκτός ΜΕΘ. Ενας συνδυασμός που αναμένεται να αυξήσει περισσότερο τον αριθμό των ασθενών καθώς οι ειδικοί υπολογίζουν ότι κάθε άνοιγμα δραστηριοτήτων αυξάνει την κινητικότητα και εκείνη εν συνεχεία τη διασπορά.

Ο προβληματισμός εντείνεται ακόμη περισσότερο όταν το «όπλο» της κυβέρνησης για το άνοιγμα των σχολείων δεν είναι η αραίωση των μαθητών ανά τάξη ούτε ο εμβολιασμός του συνόλου των εκπαιδευτικών ούτε η διεξαγωγή επαναλαμβανόμενων τεστ από εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά τα self tests. «Εχει μεγάλη σημασία να ξέρεις ποια είναι η συχνότητα της εμφάνισης του ιού σε μια περιοχή, ώστε να μπορούν να σταθμίζονται η θετική και η αρνητική προγνωστική αξία του τεστ» σημειώνει ο καθηγητής Αιματολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Γρηγόρης Γεροτζιάφας μιλώντας στο Documentο, θέτοντας ακόμη ένα σημαντικό ζήτημα σχετικά με την ερμηνεία των αποτελεσμάτων αυτού του είδους των αυτοδιαγνωστικών τεστ.

Αναξιόπιστο το αποτέλεσμα, παραδέχεται και το υπουργείο

Με τα λύκεια να παραμένουν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας κλειστά από τον Νοέμβριο, η κυβέρνηση με μια κίνηση χωρίς προετοιμασία ανοίγει τα σχολεία προσθέτοντας ως όπλο στη φαρέτρα της το self test, το οποίο όμως, όπως αποδεικνύεται, ούτε το ίδιο το υπουργείο Παιδείας θεωρεί ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Απόδειξη αποτελεί η διαδικασία που προβλέπεται σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος self test μαθητή ή εκπαιδευτικού στο σχολείο, κατά την οποία το τμήμα θα κλείσει μόνο εάν το επαναληπτικό τεστ που θα γίνει από εξειδικευμένο προσωπικό βγει θετικό, οπότε και θα ακολουθηθεί το πρωτόκολλο του ΕΟΔΥ.

Μπορεί το υπουργείο Παιδείας να λέει ότι η αυτοδιάγνωση θα προστεθεί στα ήδη τηρούμενα μέτρα όπως οι αποστάσεις, τα διαφορετικά διαλείμματα ανά ομάδες μαθητών, η χρήση μάσκας και τα ανοιχτά παράθυρα, ωστόσο όλοι θυμούνται ότι πρόκειται για τα μέτρα εκείνα που δεν κατάφεραν να κρατήσουν ανοιχτά τα σχολεία με πολύ λιγότερα ημερήσια κρούσματα και παρά τις έντονες αντιδράσεις. Ετσι, χωρίς να έχουν πέσει στο τραπέζι ούτε μία φορά όσα προτείνουν επί έναν χρόνο καθηγητές και ειδικοί, η κυβέρνηση παρουσιάζει ως άσο στο μανίκι της τα self tests, ενώ οι ειδικοί εκφράζουν φόβους για κρυφές εξάρσεις, καθώς τα αποτελέσματα των εν λόγω τεστ έχουν μεγάλες αποκλείσεις από την πραγματικότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και ο Σωτήρης Τσιόδρας μετά την πολύμηνη δημόσια αφωνία του εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με την αυτοδιάγνωση και ιδιαιτέρως για τα αρνητικά τεστ όταν ο χρήστης έχει συμπτώματα.

Η αβεβαιότητα της δειγματοληψίας

Τα όσα εξηγεί ο καθηγητής Γρ. Γεροτζιάφας στο Documentο σχετικά με τους παράγοντες που παίζουν ρόλο στην αξιοπιστία του αποτελέσματος των self tests δεν χωράνε καμία παρερμηνεία. «Η ακρίβεια του τεστ ελαττώνεται όσο λιγότερο εξειδικευμένο είναι το προσωπικό που το κάνει» και διευκρινίζει αναφερόμενος σε ποσοστά που είναι δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) ότι «όταν το κάνει εξειδικευμένο εργαστηριακό προσωπικό το τεστ έχει ευαισθησία 78%. Αν το κάνει ένας βοηθητικός, η ευαισθησία του τεστ πέφτει στο 70% και όταν το κάνει ένας οποιοσδήποτε εκπαιδευμένος πολίτης η ευαισθησία πέφτει στο 57%».

«Η αβεβαιότητα της δειγματοληψίας είναι τεράστια και εμείς βασίζουμε την έξοδό μας σε μια ασαφή διαδικασία» λέει από την πλευρά του ο καθηγητής Υγιεινής Απ. Βανταράκης.

Το μπαλάκι στους πολίτες με όποιο κόστος

Η μετακύλιση της ευθύνης για τον έλεγχο στους πολίτες αλλά και η ερμηνεία που πρέπει να δώσουν στο αποτέλεσμα εγκυμονούν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο. «Οταν το κάνω εγώ στον εαυτό μου και καλούμαι να το ερμηνεύσω ο κίνδυνος να επιδράσω ως άνθρωπος με ό,τι κουβαλάω μαζί μου στο αποτέλεσμα είναι πολύ μεγάλος» εξηγεί ο καθηγητής Αιματολογίας Γρ. Γεροτζιάφας, αναφέροντας ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στο αιματολογικό εργαστήριό μας έχουμε τεστ τέτοιου τύπου τα οποία ποτέ δεν τα ερμηνεύει ο τεχνολόγος ο οποίος έκανε τη διαδικασία, τα διαβάζει άλλος για να είναι ουδέτερος στη διαδικασία».

«Δεν μπορείς να δώσεις στον πολίτη αυτή την ευθύνη, γιατί είναι μια ευθύνη ατομική σε μια δουλειά που, πρώτον, δεν είναι μαύρο άσπρο και, δεύτερον, είναι αερογενώς μεταδιδόμενο το νόσημα» λέει ο καθηγητής Γρ. Γεροτζιάφας και διευκρινίζει:

«Είναι άλλο πράγμα να σου δώσω να κάνεις τεστ εγκυμοσύνης που είσαι εσύ, το σώμα σου και το τεστ, είναι άλλο πράγμα να κάνω τεστ για να δω αν έχω AIDS ή δεν έχω, που δεν είναι μια πανδημική κατάσταση και κυρίως δεν μεταδίδεται με την αναπνοή, και είναι άλλο πράγμα να βγω και να πω ότι είμαι αρνητικός σε μια διαδικασία η οποία έχει μια σειρά συνεπειών σε πανδημικό πλαίσιο και δεν με ελέγχει κανένας».

Τα rapid tests που «χάθηκαν στη μετάφραση»

Προσφυγή στη Δικαιοσύνη για τον κίνδυνο διασποράς του ιού από τη χρήση των self tests από τους πολίτες προανήγγειλε η πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Ιατρικής Βιοπαθολογίας και ομότιμη καθηγήτρια Ιατρικής Βιοπαθολογίας – Ανοσολογίας Χρυσούλα Νικολάου σε συνέντευξή της στον ραδιοφωνικό σταθμό Κόκκινο. Οπως εξήγησε, για να βγει σωστά ένα γρήγορο τεστ χρειάζεται να ληφθεί ρινοφαρυγγικό δείγμα προκειμένου να ανιχνευτεί το αντιγόνο, διαδικασία που δεν είναι εύκολη και απαιτεί ειδικό επιστημονικό προσωπικό. «Από την άνοιξη ζητούσαμε τη συνταγογράφηση των μοριακών τεστ και τώρα μοιράζουν 25 rapid tests που έχουν κολλήσει απέξω στα κουτιά ελληνικές οδηγίες και μέσα μπορεί κανείς να δει τις οδηγίες της πολυεθνικής που αναφέρουν ότι χρειάζεται ρινοφαρυγγικό δείγμα».

Τη διαπίστωση ότι οι οδηγίες του συγκεκριμένου προϊόντος στα γαλλικά περιλαμβάνουν διαφορετικές πληροφορίες απ’ ό,τι οι ίδιες οδηγίες στα ελληνικά έκανε ο πρόεδρος του φαρμακευτικού συλλόγου Αθηνών Κώστας Λουράντος: «Οι οδηγίες του συγκεκριμένου τεστ στη γαλλική γλώσσα αναφέρουν ότι δεν επιτρέπεται για αυτοδιάγνωση, ενώ διευκρινίζεται μέσα από αυτές ότι η λήψη του επιχρίσματος γίνεται από τον ρινοφάρυγγα, σε αντίθεση με τις ελληνικές οδηγίες που αναφέρουν ότι ο βαμβακοφόρος στειλεός εισάγεται στη μύτη κατά δύο εκατοστά μέχρι να συναντήσει αντίσταση στις ρινικές κόγχες».

Οσο για τις διαφορές που προκύπτουν εξ αυτού, σημειώνει: «Το rapid test δηλαδή το ονομάζουμε self test για τον εξής λόγο: το rapid το κάνουν οι επιστήμονες, το self το κάνεις εσύ· το rapid το κάνουν από επίχρισμα του λαρυγγικού σωλήνα, το self από τη μύτη και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στις ελληνικές οδηγίες γράφουν “δυνάμει ειδικής άδειας της αρμόδιας αρχής για κατ’ εξαίρεση αυτοδιαγνωστική χρήση”» καταλήγει ο Κ. Λουράντος.

Μάλιστα ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την εγκυρότητα του αποτελέσματος είναι το σημείο από το οποίο γίνεται η λήψη του επιχρίσματος. Στην προκειμένη περίπτωση οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί καλούνται να πάρουν ρινικό δείγμα, το οποίο, σύμφωνα με τους ειδικούς, έχει μικρότερο ιικό φορτίο. Με αυτό τον τρόπο αυξάνεται ο κίνδυνος να καταγραφεί ένα ψεύτικο αποτέλεσμα, που δεν θα εξαρτάται μόνο από τον χρήστη αλλά και από το ιικό φορτίο του δείγματος που θα πάρει.

Εν τω μεταξύ, τους κινδύνους της χρήσης του self test εξέφρασε και ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος (ΠΙΣ). Υπογραμμίζει την ανάγκη η καταγραφή των αποτελεσμάτων από τους πολίτες να είναι ειλικρινής, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν εξασφαλίζεται η ορθή λήψη του δείγματος από τους πολίτες. Ως συνέπεια αυτού μπορεί να έχουμε ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, που είναι πιθανό να οδηγήσουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα και αύξηση της διασποράς του ιού.

Σε απόγνωση οι εκπαιδευτικοί, καταγγέλλουν προχειρότητα

Με την απορία πώς έκλεισαν τα σχολεία με 2.000 κρούσματα και ανοίγουν με 4.000, μαθητές και καθηγητές καλούνται να επιστρέψουν στα θρανία αύριο Δευτέρα, καταγγέλλοντας προχειρότητα και σοβαρή έλλειψη σχεδιασμού από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΟΛΜΕ ζήτησε το απόγευμα της Πέμπτης συνάντηση με τον πρωθυπουργό, με την πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά και με όλα τα κόμματα της Βουλής προκειμένου να εκφράσει την έντονη ανησυχία της για την υγεία τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών, επισημαίνοντας ότι το ποσοστό εμβολιασμού των τελευταίων είναι πολύ μικρό ώστε να τους προστατεύσει.

«Το υπουργείο Παιδείας δεν εκμεταλλεύτηκε όλη την πολύμηνη διακοπή των σχολείων για να πάρει σοβαρά μέτρα προκειμένου να υπάρχει ασφαλής επαναλειτουργία των σχολείων» λέει στο Documento η εκπαιδευτικός και γενική γραμματέας της ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ Μαρία Γεωργαρίου. «Η κυβέρνηση έχει εγκλωβιστεί στις δικές της πολιτικές επιλογές καθώς πλέον τα παιδιά της Γ΄ λυκείου θα οδηγηθούν στις πανελλήνιες χωρίς να έχουν παρακολουθήσει μαθήματα στο σχολείο τους και αυτό συνέβη επειδή δεν άκουσε τις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών όταν ζητούσαν επαναλαμβανόμενα τεστ σε μαθητές και καθηγητές» σημειώνει.

«Αντ’ αυτού» συνεχίζει «αποφάσισαν να ανοίξουν τα σχολεία με τη λογική των self tests καλώντας τους γονείς να αναλάβουν την ευθύνη της αυτοδιάγνωσης και τους καθηγητές να ελέγχουν αν έχουν γίνει τα τεστ από τους μαθητές».

Η ίδια μάλιστα εκφράζει την ανησυχία της ότι «είναι πιθανό να υπάρξει εντελώς στρεβλή επιδημιολογική εικόνα της κατάσταση σε κάθε σχολείο, άρα κινδυνεύουμε να δημιουργηθούν εστίες και να μην το αντιληφθεί κανένας» καταλήγει.

Ετικέτες