Συγκινεί η ιστορία του ιερέα Σόλομον από την Ερυθραία: «Τα παιδιά μου κλαίνε και ρωτάνε πού είναι ο μπαμπάς»

Η ιστορία του ιερέα Σόλομον από την Ερυθραία που εννιά χρόνια παλεύει να επανενωθεί με την οικογένειά του.

Τον δικό του γολγοθά βιώνει εδώ και εννιά χρόνια ο πατέρας Χαϊλέ Μεσέι από την Ερυθραία, ο οποίος ζει στη χώρα μας από το 2010. Αν και έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, εντούτοις εδώ και εννιά χρόνια αδυνατεί, εξαιτίας γραφειοκρατικών εμποδίων, να επανενωθεί με την οικογένειά του η οποία βρίσκεται στην Ουγκάντα. Και αυτό παρότι κάτι τέτοιο προβλέπεται και από την εθνική αλλά και από την κοινοτική νομοθεσία. Με τον πατέρα Σόλομον Χαϊλέ Μεσέι και τις δύο δικηγόρους του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες δώσαμε ραντεβού στα γραφεία του συμβουλίου στην οδό Σολωμού στα Εξάρχεια. Μας χαιρετά χαμογελαστός, με ύφος πράο και μειλίχιο, ενώ φορά το ράσο του ιερέα. Θυμίζει μορφή αγίου εάν σκεφτεί κανείς όλα αυτά που έχει περάσει και τον πόνο που έχει βιώσει. Αγίου με την έννοια της υπομονής απέναντι στις δοκιμασίες που του έχουν τύχει στη ζωή. Ο ίδιος είναι ορθόδοξος ιερέας. Στη χώρα μας λειτουργεί σε έναν μικρό χώρο λατρείας στην Κυψέλη. Εκεί κάθε εβδομάδα συγκεντρώνονται περί τους 100 πιστοί από την Ερυθραία, οι οποίοι τον στηρίζουν με κάθε τρόπο.

Ο πατέρας Σόλομον γεννήθηκε το 1978. Το 1999 παντρεύτηκε τη σύζυγό του Ελεν. Απέκτησαν τρία παιδιά. Τo 2007 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του λόγω της έκρυθμης κατάστασης που επικρατούσε εκεί και βρέθηκε ξενιτεμένος υπό τον φόβο προσωπικών διώξεων. Πίσω στην πατρίδα του έμειναν οι ηλικιωμένοι γονείς του, η γυναίκα και τα τρία παιδιά του. Αρχικά η οικογένειά του ζήτησε καταφύγιο στην Κένυα, αλλά μάταια. Στη συνέχεια το 2013 αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στην Ουγκάντα, όπου παραμένουν μέχρι και σήμερα. Ο ίδιος το 2010 κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα και το 2011 αναγνωρίστηκε ως πρόσφυγας. Από τότε προσπαθεί να επανενωθεί με την οικογένειά του, όμως δεν τα έχει καταφέρει. Οπως αναφέρει στο Documento, τα τελευταία εννιά χρόνια δεν έχει δει από κοντά ούτε τη γυναίκα του ούτε τα τρία παιδιά του.

«Μιλάω τηλεφωνικά μαζί τους συνεχώς» τονίζει στο Documento ο πατέρας Σόλομον με συγκίνηση. «Οταν τους καλώ, κλαίνε. “Πού είναι ο μπαμπάς μας;” λένε. “Πού είναι ο μπαμπάς μας τώρα στα δύσκολα;”» σημειώνει. Στο βλέμμα του και στις εκφράσεις του προσώπου του μπορεί κανείς να αντιληφθεί τον πόνο του πατέρα που έχει να δει από κοντά την οικογένειά του τόσα χρόνια. Ποιος γονιός δεν θα πονούσε μέσα του εάν τα παιδιά του βρίσκονταν σε ξένη χώρα και ο ίδιος δεν μπορούσε να είναι δίπλα τους για γραφειοκρατικούς λόγους; Στα χέρια του κρατά φωτογραφίες των παιδιών του. Μας τις δείχνει με καμάρι. «Αυτή είναι η Ναέμι, η μεγάλη μου κόρη» λέει ο πατέρας Σόλομον. Μας δείχνει μια άλλη φωτογραφία: «αυτός είναι ο Μπρουκ και αυτός ο Γιοφτάχι, ο μικρότερος» αναφέρει. Σε άλλη φωτογραφία απεικονίζεται η γυναίκα του Ελεν. «Είναι πολύ όμορφη» του λέμε και αυτός χαμογελά.

Ο πατέρας Σόλομον μιλά για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά του μακριά από αυτόν σε μια ξένη χώρα όπως η Ουγκάντα. Προβλήματα που έχουν να κάνουν με ζητήματα τόσο υγείας όσο και βιοπορισμού. «Η γυναίκα μου είναι διαβητική» τονίζει στο Documento και συμπληρώνει «πρόβλημα με την υγεία του έχει και ο μικρός μου γιος». Η οικογένεια όμως αντιμετωπίζει και θέματα επιβίωσης. Αν και βρίσκονται στην Ουγκάντα από το 2013 και έχουν υποβάλει εκεί αίτημα για χορήγηση ασύλου, μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει δεκτό. Το αποτέλεσμα είναι να ζουν σε συνθήκες ένδειας, στερούμενοι νομιμοποιητικών εγγράφων, με τον πατέρα Σόλομον να προσπαθεί να βοηθήσει όσο μπορεί στέλνοντας μέσω κάποιων γνωστών του λίγα χρήματα για να ζήσουν. «Tους βοηθάνε φίλοι μου που βρίσκονται στη Νορβηγία και τη Σουηδία και όποτε μπορώ και εγώ» μας λέει.

Οι προσπάθειες επανένωσης

Οι προσπάθειες για την επανένωση της οικογένειας χρονολογούνται από το 2011, όπως ειπώθηκε. Παραμένουν όμως άκαρπες μέχρι και σήμερα. Αν και το ελληνικό αλλά και το ευρωπαϊκό δίκαιο προβλέπουν το δικαίωμα των προσφύγων στην οικογενειακή επανένωση, ωστόσο μέχρι στιγμής έχει αντιμετωπίσει ένα βουνό νομικά εμπόδια. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αίτησή του έχει ήδη απορριφθεί δύο φορές από τις ελληνικές αρχές, ενώ τον περασμένο Γενάρη κατέθεσε και νέα, τη δικαστική έκβαση της οποίας περιμένει ακόμη.

Ο νομικός γολγοθάς του ξεκίνησε το 2013, όταν η Διεύθυνση Αλλοδαπών της ΕΛΑΣ απέρριψε και τις δύο αιτήσεις που είχε καταθέσει. Ως αιτιολογία κατεγράφη «η μη προσκόμιση επικυρωμένων αντιγράφων ταξιδιωτικών εγγράφων των προς έλευση μελών της οικογένειάς μου και η μη προσκόμιση πρόσφατων και επικυρωμένων πιστοποιητικών γάμου και βάπτισης από ελληνική αρχή». Κάτι τέτοιο ωστόσο είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί από τη στιγμή που η οικογένειά του βρίσκεται στην Ουγκάντα υπό καθεστώς αιτούντων άσυλο. Ακολούθησε προσφυγή που κατέθεσε ο πατέρας Σόλομον κατά της απόφασης της ΕΛΑΣ τον Νοέμβριο του 2014, η οποία απορρίφθηκε εν νέου από την προϊσταμένη του Κλάδου Αλλοδαπών και Συνόρων. Ακολούθησε νέα προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Με αυτήν το δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να αναπεμφθεί στη διοίκηση για να αποφανθεί εκ νέου.

Το νομικό παράδοξο

Στις 25 Ιανουαρίου 2018 ο πατέρας Σόλομον κατέθεσε νέα αίτηση για την οικογενειακή επανένωση. Επειτα από καθυστερήσεις μηνών τελικά τον Νοέμβριο του 2018 απορρίφθηκε και η νέα αίτηση. Ο προϊστάμενος του Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας ανέφερε χαρακτηριστικά στην απάντησή του: «[…] 5. Επειδή ως αιτούντες άσυλο δεν δύνανται να έρθουν σε επαφή με τις αρχές της Ερυθραίας προς έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, μπορούν όμως να εφοδιαστούν με TDV από τις αρχές της Ουγκάντας όταν τους χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας, γεγονός που δεν έχει λάβει χώρα έως και σήμερα.

6. Επειδή η προσκόμιση ακριβούς αντιγράφου ταξιδιωτικών εγγράφων των προς έλευση μελών, ως ορίζεται ρητά τόσο στο άρθρο 14 παρ. 1 γ΄ του Π.Δ. 131/2006 όσο και στην υπ’ αριθ. 47094 ΚΥΑ (ΦΕΚ 3678 τ.β΄/ 28.8.2018), αφορά ουσιαστικό δικαιολογητικό (ταξιδιωτικό έγγραφο) άνευ του οποίου η έλευση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί…». Πρόκειται για ένα νομικό παράδοξο από την πλευρά των ελληνικών υπηρεσιών. Από τη μια δηλαδή αναγνωρίζεται η αδυναμία της οικογένειας του πατέρα Σόλομον να προμηθευτεί τα απαραίτητα έγγραφα από την Ουγκάντα και από την άλλη δεν γίνεται τίποτε προκειμένου να διορθωθεί αυτό.

Με λίγα λόγια, όπως επισημαίνεται και στη νέα αίτηση ακύρωσης που έχει υποβάλει ο πατέρας Σόλομον, «μολονότι η διοίκηση παραδέχεται την αντικειμενική αδυναμία των μελών της οικογένειάς μου να έρθουν σε επαφή με τις αρχές της Ερυθραίας προκειμένου να εκδώσουν ταξιδιωτικά έγγραφα, εντούτοις δεν προβαίνει σε ουδεμία εξεύρεση εναλλακτικής λύσης». Αλλωστε η υπ’ αριθμόν 59/2018 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίζει ρητά ότι «η μη προσκόμιση από τον πρόσφυγα που αιτείται την έλευση των μελών της οικογένειάς του στην Ελλάδα ακριβούς αντιγράφου των ταξιδιωτικών τους εγγράφων δεν πρέπει άνευ ετέρου να άγει σε απόρριψη της σχετικής αίτησης, χωρίς να προηγηθεί εξατομικευμένη, ειδικά αιτιολογημένη κρίση σχετικά με το αν δικαιολογείται ή όχι, με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, η μη προσκόμιση των εγγράφων αυτών. Σε περίπτωση δε που κρίνεται δικαιολογημένη η μη προσκόμισή τους πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια άντλησης των στοιχείων ταυτότητας των μελών της οικογένειάς του από άλλα πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία». Κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε.

Το one way laissez-passer

Μια λύση που προκρίνεται για την περίπτωση του πατέρα Σόλομον θα ήταν η «δυνατότητα έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων μίας διέλευσης» (one way laissez-passer). Εγγραφα δηλαδή με τα οποία η οικογένειά του θα μπορούσε να ταξιδέψει στην Ελλάδα και να επανενωθεί μαζί του. Κάτι τέτοιο άλλωστε προβλέπει και η οδηγία 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα της οικογενειακής επανένωσης η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία με το ΠΔ 131/2006.

Πριν από μερικούς μήνες και συγκεκριμένα στις 20 Σεπτεμβρίου 2018 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Χάγης στην Ολλανδία αποφάνθηκε για μια υπόθεση παρόμοια με αυτήν του πατέρα Σόλομον. Αφορούσε την έκδοση laissez-passer μίας διαδρομής από τις ολλανδικές αρχές για μια γυναίκα με ιρανική υπηκοότητα. Η γυναίκα διέμενε στο βόρειο Ιράκ, ενώ ο σύζυγός της είχε αναγνωριστεί ως πρόσφυγας στην Ολλανδία. Οι δυο τους είχαν προσπαθήσει ουκ ολίγες φορές να αποκτήσουν το laissez-passer μίας διαδρομής, δίχως όμως να τα καταφέρουν, απευθυνόμενοι είτε στις ολλανδικές αρχές είτε σε διεθνείς οργανισμούς.

Η γυναίκα κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα με τα οποία ζητούσε από το δικαστήριο να διατάξει τις ολλανδικές αρχές να χορηγήσουν laissez-passer μίας διαδρομής. Η γυναίκα τελικά δικαιώθηκε. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι ολλανδικές αρχές θα έπρεπε να διατάξουν την πρεσβεία της Ολλανδίας να επικοινωνήσει με τις αρχές του Ιράκ με σκοπό την έκδοση laissez-passer μίας διαδρομής προκειμένου να ταξιδέψει και να επανενωθεί με τον σύζυγό της.

Εν αναμονή της απόφασης

Στην περίπτωση του πατέρα Σόλομον ο ίδιος αναμένει πλέον την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών όπου και έχει προσφύγει πάλι. Στο πλευρό του βρίσκεται και η νομική ομάδα του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες.

Οπως επισημαίνουν στο Documento οι δικηγόροι Ελένη Κάγιου και Χαρά Κατσίγιαννη, «πρόκειται για βίαιη διάσπαση του οικογενειακού θεσμού η οποία παραβιάζει τη σχετική εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία αναφορικά με την οικογενειακή επανένωση προσφύγων, το σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα

δικαιώματα». Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στην περίπτωση του πατέρα Σόλομον υπάρχει μια νομική αντίφαση. Το ίδιο δικαστήριο θα εξετάσει και πάλι μια υπόθεση για την οποία έχει ήδη αποφανθεί και μάλιστα θετικά, αλλά οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν συμμορφωθεί.

Σε κάθε περίπτωση η αλήθεια είναι μία και δυστυχώς είναι πικρή. Εδώ και σχεδόν μια δεκαετία ο πατέρας Σόλομον βρίσκεται μακριά από την οικογένειά του· δεν έχει αγκαλιάσει ούτε τη γυναίκα του ούτε τα παιδιά του εξαιτίας γραφειοκρατικών διαδικασιών.

«Εδώ και εννιά χρόνια βρίσκομαι μακριά από την οικογένειά μου. Ενώ δέχονται εμένα, δεν δέχονται να έρθει εδώ η οικογένειά μου. Δεν περίμενα ότι η αίτησή μου θα απορριφθεί» σημειώνει στο Documento.