Θεατρικά Documenta: «Μήδεια» του Μποστ σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού

Όταν το 1987 ο Θανάσης Παπαγεωργίου πρότεινε στον Μέντη Μποσταντζόγλου να «κλέψει» από μια τραγωδία το θέμα του νέου του έργου ο Μποστ επέλεξε τη «Μήδεια» του Ευριπίδη και μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή του. Η «κακοποίηση» των τραγωδιών ήταν συχνό φαινόμενο στην εποχή του και πρώτο θέμα συζήτησης στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Έτσι, ο δαιμόνιος Μποστ πήρε την πιο τραγική ηρωίδα του πιο τραγικού ποιητή και την αποκατέστησε στην ιστορία νυν και αεί και εις τους θεατρικούς αιώνας των αιώνων αμήν.

Ο παραμορφωτικός σατυρικός φακός του Μποστ βάζει στο μικροσκόπιο τον μικροαστό Έλληνα της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας, στοχεύοντας τόσο στις αδυναμίες του, στην ξενομανία του, στον νεοπλουτισμό, στην ημιμάθειά του όσο και στην πολιτική ταξική του σύγχυση. Ο συγγραφέας, όπως και στη Φαύστα, έτσι κι εδώ μας δίνει την υπόθεση του έργου δια μέσο του προλόγου, ο οποίος στη προκειμένη λέγεται από τον τροφό. Στην υπερρεαλιστική «Μήδεια» του Μποστ χωρούν η Αντιγόνη, ο Οιδίποδας, μια καλόγρια, ακόμα και η Ωραία Ελένη. Πρόσωπα και σύμβολα τα οποία συνθέτουν τον κοινωνικό-πολιτικό ιστό της εποχής που δεν διαφέρει και πολύ από τον δικό μας. Αυτόν τον ιστό εμπαίζει ο συγγραφέας με έναν λόγο κοφτερό, πανούργο που αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της γραφής του.

Ο Μποστ επηρεασμένος από τα βυζαντινά έπη και τα ακριτικά τραγούδια γράφει σε  ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο με σταυρωτή ομοιοκαταληξία και χωρισμένο σε ημιστίχια καταφέρνοντας την τέλεια «σολωμική» τομή των οκτώ και επτά συλλαβών. Το παιχνίδι που εφεύρει ο Μποστ μέσα από ομόηχες λέξεις, ασυνταξίες, σολοϊκισμούς και μια μίξη καθαρεύουσας, δημοτικής, αγγλικών, γαλλικών, τούρκικων και αργκό όρων δημιουργεί μια γλωσσική Βαβυλωνία όμοια με την ιστορία της Ελλάδας. Αυτός ο παιδισμός είναι που κάνει το έργο του πολύτιμο μιας και μιλάει για τα πιο σοβαρά με τον πιο «αφελή» τρόπο.

Ο Γιάννης Καλαβριανός πιστός στο πολιτικό σύμπαν του συγγραφέα καταφέρνει να αναδείξει την οικουμενικότητα του έργου σε ένα διαρκή διάλογο του τότε με το τώρα. Με αφορμή το μύθο της «Μήδειας» ο σκηνοθέτης με φίνο τρόπο ξετυλίγει το κουβάρι των σημαντικότερων γεγονότων της σύγχρονης Ελλάδας δοσμένα έτσι που όχι μόνο δεν φαίνονται ξεκομμένα αλλά είναι σαν να κρύβονταν από πάντα στον εικονοπλαστικό λόγο του Μποστ. Δυσβάστακτοι φόροι, ακρίβεια, ξεπεσμένοι βασιλιάδες που επιθυμούν να επιστρέψουν αφού πρώτα έκλεψαν τους θησαυρούς του τόπου που τους ευνόησε, ξενομανία, «πλαδαροί» ποιητές, καθωσπρεπισμός, σχέση κράτους-εκκλησίας, ρουσφέτια, λογοκρισία, δωροδοκία του Τύπου και κάπου ανάμεσα ένας παιδοβιαστής υπεράνω κάθε υποψίας. Πραγματικά, γενναία η ανάθεση του Εθνικού Θεάτρου σε αυτή την συγκυρία και οφείλω να τους το αναγνωρίσω. Το σπουδαιότερο, όμως  που πετυχαίνει ο σκηνοθέτης είναι ότι δεν κρύβεται πίσω από ένα ούτως ή άλλως σπουδαίο κείμενο αλλά χωρίς φόβο και ιδεοληψίες ξαναγεννά μια «Μήδεια» που θα συζητιέται καιρό για την σκηνοθετική της ευγλωττία και της απροπαγάνδιστη ματιά της. Από το τσάμικο του Σαββόπουλου και το λαϊκό-ρεμπέτικο στα τζαζ-σουίνγκ ακούσματα δια χειρός Θοδωρή Οικονόμου όλη η Ελλάδα χώρεσε στην «Μήδεια» του Γιάννη Καλαβριανού.

Η Εύα Μανιδάκη στήνει ένα μισοτελειωμένο αυθαίρετο χρυσό παλάτι με διάσπαρτους τσιμεντόλιθους να θυμίζουν το όνειρο κάθε μέσου Έλληνα. Τα κουστούμια της Βάνας Γιαννούλα από τη φούστα του δερβίση που φορά ο Τροφός μέχρι τα χίπικα ρούχα του χορού και το φόρεμα με τα χρυσά στρατιωτικά κουμπιά της Μήδειας δημιουργούν χρονικούς σταθμούς στην παράσταση με τις χορογραφίες της Μαριάννας Καβαλιεράτου να αναδεικνύουν αυτή τη σκέψη. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούν εύστοχα και τα εντυπωσιακά χτενίσματα-περούκες της Ελένης Πανέτσου μαζί με το μακιγιάζ της Olga Faleichyk.

Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη έχει αυτή την φυσική αμεσότητα όταν παίζει που ό,τι και να της δοθεί καταφέρνει και το κάνει δικό της δημιουργώντας έναν περιβάλλοντα χώρο γύρω της που ούτε ο ίδιος ο ρόλος δεν μπορεί να τον διαρρήξει. Έχοντας το μεγαλύτερο βάρος του έργου πάνω της ως Μήδεια ήταν πραγματικά απολαυστική. Γέλασα πάρα πολύ με τον Τροφό του Γιώργου Γλάστρα με το σοβαρό του ύφος και την περίτεχνη περούκα του να θυμίζει ήρωα του Μελ Μπρουκς. Η Σύρμω Κεκέ στο ρόλο της Καλόγριας με τη βελούδινη φωνή της και την πεντακάθαρη άρθρωσή της χαιρόσουν να την ακούς στον 15σύλλαβο του κειμένου. Influencer και fashion icon ο Ευριπίδης του πάντα συνεπή Στέλιου Ιακωβίδη. Ο λίγο από ελληνικό κινηματογράφο ψαράς του Θανάση Ισιδώρου, η κουτοπόνηρη Αντιγόνη της Άνδρη Θεοδότου και ο ξεπεσμένος Βασιλιάς Οιδίποδας από τον Θανάση Δήμου. Επιβλητικός Δίας-Καλόγερος ο Γιώργος Σαββίδης, γόης και κουτσαβάκη ο Ιάσονας του Σταύρου Σβήγκου και η Εξάγγελος Φανή Παναγιωτίδου με τα τσαρούχια της παρέπεμπε στη ζητιάνα και κουρελιασμένη Ελλάς.

Η κορυφαία του χορού Μαρία Κοσκινά μαζί με τις Μαρία Κωνσταντά, Ειρήνη Μακρή, Λυγερή Μητροπούλου, Ελπίδα Νικολάου, Κατερίνα Πατσιάνη, Ματίνα Περγιουδάκη, Μαριάμ Ρουχάτζε, Θεοδοσία Σαββάκη και Νιόβη Χαραλάμπους δώσαν στο σύνολο τους ένα αποτέλεσμα απόλυτα συγχρονισμένο κάτω από την άψογη μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου αν και θα προτιμούσα να υπάρχουν περισσότερα διαλογικά μέρη, ωστόσο τα ενδιάμεσα των επεισοδίων ήταν καλοδουλεμένα δίνοντας φρεσκάδα και ρυθμό στην παράσταση.

Ετικέτες