Το δόγμα «νόμος και τάξη» εκτελεί εν ψυχρώ

Σε πλήρη εξέλιξη το ιδιότυπο καθεστώς αστυνομοκρατίας από την κυβέρνηση

 

«Δέσμευση: Με κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας ο νόμος και η τάξη θα επιστρέψουν στην πατρίδα μας» σημείωνε σε ανάρτησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης λίγους μήνες μετά την εκλογή του στην ηγεσία της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δύο χρόνια μετά τις βουλευτικές εκλογές η εφαρμογή αυτού του συντηρητικού και βίαιου δόγματος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Από τις συλλήψεις ανηλίκων που έκοψαν εισιτήριο για την ταινία «Τζόκερ» μέχρι τον ξυλοδαρμό του φοιτητή στη Νέα Σμύρνη μέρα μεσημέρι και από την κατάληψη της οικίας του σιδηροδέσμιου και με κουκούλα στο κεφάλι Ινδαρέ μέχρι την εν ψυχρώ εκτέλεση του 18άχρονου Ρομά στο Πέραμα. Για όσα προαναφέρθηκαν και όσα παραλείπονται κοινή συνισταμένη αποτελεί ότι «ο νόμος και η τάξη» μετατρέπονται σε άλλοθι της κρατικής ανομίας και της κυβερνητικής αταξίας.

Η πολιτική βούληση της κυβέρνησης αντανακλάται αφενός στις χιλιάδες προσλήψεις ανεκπαίδευτων αστυνομικών που γίνονται πρωταγωνιστές στα περιστατικά κατάχρησης εξουσίας, αφετέρου στο μοτίβο διαχείρισης που ενεργοποιείται κάθε φορά που η ΕΛΑΣ παρανομεί. ΓΑΔΑ, μέσα ενημέρωσης, συνδικαλιστές της αστυνομίας και μέλη της εκτελεστικής εξουσίας επιδίδονται στο εξής τρίπτυχο: διαστρέβλωση της αλήθειας, κατασυκοφάντηση του θύματος και θυματοποίηση των δραστών. Για του λόγου το αληθές, στην ανακοίνωση της ΕΛΑΣ για την εκτέλεση στο Πέραμα μόνο τα σημεία στίξης είχαν επαφή με την πραγματικότητα. Δεν υπήρχε καμιά αναφορά για το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι άντρες της ΔΙΑΣ λειτούργησαν αυτοβούλως και παράκουσαν τις εντολές του κέντρου συνεχίζοντας την καταδίωξη. Ο 18άχρονος παρουσιάστηκε από το μιντιακό φιλοκυβερνητικό μπλοκ ως «σεσημασμένος 20άχρονος» ενώ οι κάννες των όπλων ήταν ακόμη ζεστές. Τα ίδια Μέσα επιδεικνύουν αξιοπερίεργη άρνηση στη δημοσίευση των στοιχείων των επτά αστυνομικών, διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τη μη διερεύνηση του υπηρεσιακού τους παρελθόντος. Υπουργοί είτε επικροτούσαν τους δράστες είτε τους επισκέπτονταν στο κρατητήριο, ενώ στην οικογένεια του θανόντα αρκέστηκαν σε ένα διεκπεραιωτικό τηλεφώνημα. Παράλληλα, «Μπαλάσκες» απέδιδαν την ευθύνη για τις 38 σφαίρες στις… ορμόνες των αστυνομικών και στο ανικανοποίητο αίτημα για κράνη με ενδοεπικοινωνία.

Χαριστική βολή στο κράτος δικαίου δίνει η καταπάτηση από υπουργικά στελέχη κάθε έννοιας διάκρισης των εξουσιών σε live μετάδοση. Οταν ο Αδωνης Γεωργιάδης επιβραβεύει αστυνομικούς που άδειασαν τα όπλα τους σε άοπλους Ρομά για μια κλεμμένη σακαράκα ο σκοπός είναι διττός: πρώτον, η αξιολογική κρίση του υπουργού λειτουργεί ως κατεύθυνση χειρισμού της υπόθεσης προς τους αρμόδιους δικαστικούς λειτουργούς. Αλλωστε ο υπουργός εκτελεί και χρέη στρατοδίκη καταδικάζοντας δημοσιογράφους και εκδότες από τη συχνότητα του Σκάι. Δεύτερον, παγιώνεται η συλλογική εντύπωση ότι τα εγκλήματα του κράτους θα βρίσκονται εσαεί στο απυρόβλητο. «Αυτό ζητούσαμε, να λυθούν τα χέρια μας» είχε δηλώσει ο αντιπρόεδρος των Αστυνομικών Υπαλλήλων Δυτικής Αττικής Σπύρος Κρικέτος και απ’ ό,τι φαίνεται τα «λυμένα» χέρια ενίοτε γαζώνουν «αθίγγανους».

Το μήλο κάτω από τη μηλιά

«Το κράτος είστε εσείς» δήλωνε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σε μέλη της ΕΛΑΣ την περίοδο που η χώρα κλυδωνιζόταν από την εμμονή του τότε πρωθυπουργού στην ιδιωτικοποίηση της ΕΑΣ. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του, ο Κυρ. Μητσοτάκης έθεσε εξαρχής τις πρωθυπουργικές προτεραιότητές του. Ανακοίνωσε την πρόσληψη 4.500 αστυνομικών και παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2019 βρέθηκε στο κέντρο εκπαίδευσης στο Μαρκόπουλο προκειμένου να απευθύνει χαιρετισμό σε 1.200 νεοπροσληφθέντες για τη στελέχωση των ομάδων ΔΙΑΣ και Δράση. «Η σημερινή μέρα δεν προέκυψε τυχαία. Πριν από έξι μήνες ο λαός μας ζήτησε τρία απλά πράγματα: λιγότερους φόρους, νέες επενδύσεις και δουλειές και περισσότερη ασφάλεια. Και αυτό τον δρόμο ακολουθούμε. […] Με μέθοδο αποκαθιστούμε την ομαλότητα στην καθημερινή ζωή» είπε και όσα συμπλήρωσε μόνο ως τραγική ειρωνεία μπορούν να εκληφθούν: «Σε λίγο καιρό οι γειτονιές μας θα έχουν μεγαλύτερη προστασία. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ειδικά η ομάδα ΔΙΑΣ είναι αυτή που έρχεται σε καθημερινή επαφή με τον πολίτη. Είναι το πρόσωπο της Ελληνικής Αστυνομίας στην κοινωνία. Γι’ αυτό και επιβάλλεται να είναι και οικείο αλλά και ανθρώπινο».

Τεκμήριο υποκρισίας αποτελούν και οι δηλώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη τον Απρίλιο του 2018 μετά το πέρας του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ στελεχών της ΝΔ και Ρομά. «Η ΝΔ είναι η παράταξη η οποία ενώνει όλους τους Ελληνες. Μια παράταξη η οποία και για τα ζητήματα των Ρομά έχει μια πολύ συγκροτημένη προσέγγιση, την οποία σε κάθε ευκαιρία έχουμε τη δυνατότητα να τη συζητούμε με τους εκπροσώπους της. Σήμερα όμως δεν ήρθαμε να συζητήσουμε αυτά. Ηρθαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο και να στείλουμε με αυτό τον τρόπο κι εμείς το δικό μας μήνυμα κατά κάθε μορφής κοινωνικού αποκλεισμού. […] Αυτό το οποίο χρειάζεται είναι να σπάσουν οι προκαταλήψεις, τα ταμπού και τα στερεότυπα. Αν ξεκινήσουμε με αυτό, νομίζω ότι θα έχουμε κάνει το πιο σημαντικό βήμα σε αυτή την κατεύθυνση» έλεγε ο πρωθυπουργός που δεν έχει ψελλίσει λέξη για την εκτέλεση του Ρομά στο Πέραμα από διμοιρία της ομάδας που «είναι το πρόσωπο της ΕΛΑΣ στην κοινωνία». Επιπλέον, δηλωτικό των πολιτικών του στοχεύσεων είναι πως ο Κυρ. Μητσοτάκης μπορεί να μην κρίνει σκόπιμο επί της παρούσης να απευθύνει κάποιο μήνυμα προς τους πολίτες με φόντο τον νεκρό Ρομά, αλλά είχε προχωρήσει σε «διάγγελμα» μετά την επίθεση εναντίον του αστυνομικού στη Νέα Σμύρνη.

Κίνδυνος αντί ασφάλειας

Δεν είναι η πρώτη φορά που η εμμονή του πρωθυπουργού σε αυτό το θατσερικό δόγμα προκαλεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που καλείται να αντιμετωπίσει. Οι αθρόες προσλήψεις αστυνομικών χωρίς την απαιτούμενη εκπαίδευση και κατάρτιση με μόνο εφόδιο τη θητεία τους στις ειδικές δυνάμεις πολλαπλασιάζουν τον βαθμό του κινδύνου παρά αυτόν της ασφάλειας. Διόλου τυχαίο ότι ο ταξίαρχος ε.α. της ΕΛΑΣ Θανάσης Κατερινόπουλος καυτηρίασε την κυβερνητική επιλογή των αλόγιστων προσλήψεων ειδικών φρουρών. Αναφερόμενος στο θανατηφόρο περιστατικό στο Πέραμα εξήγησε ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών «δεν δείχνει επαγγελματισμό». «Προσωπικά δεν μπορώ να έχω διαφορετική άποψη για την περιβόητη ομάδα ΔΙΑΣ, η οποία βεβαίως και προσφέρει παρά πολλά, αλλά όπως είδαμε το τελευταίο εξάμηνο προσέλαβαν ανθρώπους, τους εκπαίδευσαν ένα μήνα, τους έβαλαν στην ομάδα ΔΙΑΣ, με αποτέλεσμα οι συνάδελφοί τους που επιβαίνουν στα ίδια δίκυκλα, οι εκπαιδευμένοι, να κινδυνεύουν πολύ περισσότερο από τον συνοδό τους παρά από τους κακοποιούς απέναντι» επισήμανε και σχολίασε: «Τριάντα οκτώ κάλυκες… Ελεος, εδώ δεν είχαμε τρομοκράτες απέναντι που μας σημάδευαν με ένα όπλο».

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Βασίλης Κούτσικος, μέλος του ΔΣ των ΕΑΣΥΑ (Ενωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών) και ΔΕΚΑ (Δημοκρατική Ενωτική Κίνηση Αστυνομικών), υποστηρίζει ότι «από τη στιγμή που μια αστυνομική επιχείρηση έχει ως κατάληξη έναν νεκρό, έναν τραυματία, έναν άνθρωπο που έχει διαφύγει και επτά αστυνομικούς μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα είναι σίγουρο ότι πολλά πράγματα δεν έγιναν σωστά».

«Πριν από δύο χρόνια» συνεχίζει «έγινε μια πολιτική επιλογή, να προσληφθούν άνθρωποι προκειμένου να ενισχυθεί η αστυνομία. Ομως αυτή η ενίσχυση ήταν μόνο ποσοτική, χωρίς κάποια συγκεκριμένη στόχευση ως προς την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από το έγκλημα. Το ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι πέρασαν ελάχιστη και ανεπαρκή εκπαίδευση έχει επιφέρει μια συνολική υποβάθμιση. Η ομάδα ΔΙΑΣ χρειαζόταν ενίσχυση γιατί είναι ομάδα άμεσης ανταπόκρισης. Παρ’ όλα αυτά, η προσθήκη ανεκπαίδευτων ανθρώπων σε αυτές τις ομάδες και ανεξάρτητα από το ποια ήταν η σύνθεση της ομάδας που ενεπλάκη στο περιστατικό του Περάματος έχει προκαλέσει υποβάθμιση, πράγμα που έχει δημιουργήσει ανασφάλεια και στους πολίτες αλλά και στους ίδιους τους αστυνομικούς».

Τονίζει δε ότι έκαναν εκπαίδευση δυόμισι ετών όσοι αστυνομικοί πέρασαν από πανελλήνιες εξετάσεις στη σχολή της αστυνομίας. «Παρ’ όλα αυτά, για να ανταποκριθούμε και να έχουμε μια σχετική πείρα χρειάστηκαν επιπλέον χρόνια πραγματικής υπηρεσίας. Δεν μπορώ να φανταστώ πως ένας άνθρωπος φοράει μια στολή, παίρνει ένα όπλο και κάνει αυτήν τη δουλειά. Αυτή η πολιτική επιλογή έχει γκρεμίσει το επαγγελματικό στάτους της αστυνομίας. Δικαιολογημένα νιώθουμε ανασφάλεια και η κοινωνία και εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι δεν γνωρίζουμε αν ο συνεργάτης μας μπορεί να ανταποκριθεί. Πληρώνουμε όλοι μαζί την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης» παρατηρεί και καταλήγει λέγοντας: «Δεν μπορεί να λαμβάνονται ελαφρά τη καρδία τέτοιες αποφάσεις αναφορικά με την πορεία της αστυνομίας και την αντιμετώπιση του εγκλήματος. Η αστυνομία χρειάζεται ουσιαστική ενίσχυση και βελτίωση. Δεν υπάρχει για να εξυπηρετεί πολιτικά αφηγήματα. Δεν γίνεται ο οργανισμός της ΕΛΑΣ να αξιοποιείται για κομματικούς σκοπούς».

Παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη

Τον χορό των παρεμβάσεων στο έργο της Δικαιοσύνης άνοιξε ο υπότροπος υπουργός Ανάπτυξης, δικαιολογώντας τόσο τις φονικές ριπές των αστυνομικών όσο και τη συνέχιση της καταδίωξης. Εκρινε ότι «το αυτοκίνητο που εμβολίζει θεωρείται φονικό όπλο, οπότε απολύτως δικαιολογείται η άμυνα των αστυνομικών», ενώ πρόσθεσε πως οι άντρες της ΔΙΑΣ «έπρεπε να το καταδιώξουν». Ως δεξιοτέχνης των πιο αναίσχυντων προπαγανδιστικών μεθόδων, αποπειράθηκε να αντιστρέψει την πραγματικότητα λέγοντας: «Αν η πρόθεση των αστυνομικών ήταν ανθρωποκτόνος, θα είχαν σκοτωθεί και οι τρεις που βρίσκονταν στο όχημα. Ο αριθμός των πυροβολισμών –38 σφαίρες– δείχνει ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση».

Τη σκυτάλη πήρε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Τάκης Θεοδωρικάκος, ο οποίος αντί να επιβεβαιώσει την πίστη του στην αρχή της ανεξάρτητης λειτουργίας της τρίτης εξουσίας, φρόντισε να δώσει διαπιστευτήρια στον πιο νευραλγικό βραχίονα του κράτους, την ΕΛΑΣ, φοβούμενος πιθανώς το σενάριο απώλειας ελέγχου του «μηχανισμού». Καταρχάς επισκέφτηκε τους επτά αστυνομικούς και αρκέστηκε σε ένα τηλεφώνημα προς την οικογένεια του Νίκου Σαμπάνη για –κατά το κοινώς λεγόμενο– τα μάτια του κόσμου. Εν συνεχεία δήλωσε την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι «η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη έκρινε και αποφάσισε να αφεθούν ελεύθεροι οι επτά αστυνομικοί χωρίς κανέναν περιοριστικό όρο». Μάλιστα προχώρησε ένα βήμα παρακάτω. Απαντώντας σε σχόλιο χρήστη του Facebook γνωστοποίησε ότι έχει διατάξει έρευνα για την «παράνομη και καταχρηστική» χρήση χειροπεδών στους επτά αστυνομικούς.

Τρίτος και χειρότερος ο Μάκης Βορίδης. Ο υπουργός Εσωτερικών, αν και διευκρίνισε προσεκτικά ότι δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης, κατάφερε με νομικές προσεγγίσεις να δώσει σαφές πολιτικό στίγμα. Αναφέρθηκε στην πρόβλεψη του νόμου για τον «κίνδυνο που πρέπει να είναι παρόν και αναπόδραστος» και διερωτήθηκε με νόημα: «Θα το εφαρμόσουμε αυτό στην αστυνομία;». Υπογράμμισε δε πως στην περίπτωση αυτή «αλλάζει τελείως η αντίληψη για την αποτελεσματικότητα της καταστολής και της δίωξης του εγκλήματος».

Επιπρόσθετα, υπογράμμισε ότι σύμφωνα με τη νομολογία για την άμυνα τα μέσα της απόκρουσης της επίθεσης πρέπει να είναι ανάλογα, συμπληρώνοντας πονηρά: «Δηλαδή για να μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις όπλο πρέπει να έχει όπλο και ο άλλος. Ενδεχομένως το να φέρει όπλο να μην είναι αρκετό. Αυτό μας ικανοποιεί δικαιοπολιτικά;». Κλείνοντας την τοποθέτησή του δεν άφησε περιθώρια για παρερμηνείες σχετικά με τις κυβερνητικές προθέσεις. «Θεωρώ ότι το ερώτημα που ανοίγει είναι: πρέπει να υπάρξουν ειδικές διατάξεις για την άμυνα που να αφορούν ειδικώς τους αστυνομικούς ή μας αρκούν οι γενικές διατάξεις;» είπε, με τα λόγια του να παραπέμπουν στα διατάγματα του άλλοτε πολιτικού του πάτρονα από τα χρόνια της ΕΠΕΝ.

Τριάντα οκτώ κάλυκες… Ελεος εδώ δεν είχαμε τρομοκράτες απέναντι που μας σημάδευαν με ένα όπλο
Θανάσης Κατερινόπουλος, Ταξίαρχος ε.α. της ΕΛΑΣ

 

Από τη στιγμή που μια αστυνομική επιχείρηση έχει ως κατάληξη έναν νεκρό, έναν τραυματία, έναν άνθρωπο που έχει διαφύγει και επτά εστυνομικούς μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα, είναι σίγουρο ότι πολλά πράγματα δεν έγιναν σωστά
Βασίλης Κούτσικος
Μέλος ΔΣ Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών και της Δημοκρατικής Ενωτικής Κίνησης Αστυνομικών