Τουρκία: Η δημοσιογραφία αργοπεθαίνει

Η απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 υπήρξε κατά κάποιον τρόπο σωτήρια για το καθεστώς του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μια και αποτελεί από τότε τον κύριο νομιμοποιητικό μοχλό για να εγκαταστήσει μια ιδιόμορφη κατάσταση μονοκρατορίας τόσο στο πολιτικό όσο και στο μιντιακό τοπίο.

Αναρίθμητες είναι οι καταδίκες της χώρας από διεθνείς οργανισμούς για την ελευθερία του Τύπου, ενώ κάθε εβδομάδα οι συλλήψεις και οι δίκες δημοσιογράφων συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό. Οι κρατούμενοι δημοσιογράφοι αυτήν τη στιγμή υπολογίζονται από τη δημοσιογραφική ένωση της Τουρκίας σε 34. Η δημοσιογράφος Μεσαλέ Τολού ήταν από τις τυχερές μες στην ατυχία της.

Δικαίωση έπειτα από πενταετία

Η κουρδικής καταγωγής Μεσαλέ Τολού γλίτωσε στα μέσα Ιανουαρίου από το μακρύ χέρι του Ερντογάν, όταν δικαστήριο στην Κωνσταντινούπολη αποφάσισε ότι είναι αθώα για τις κατηγορίες τρομοκρατίας που τη βάραιναν. Η ίδια δήλωσε αργότερα μέσα από τον λογαριασμό της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ενώ αθωώθηκε για όλες τις κατηγορίες έπειτα από σχεδόν πέντε χρόνια ταλαιπωρίας, όλη αυτή η περιπέτεια δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί σε ένα κράτος όπου λειτουργούν στοιχειωδώς οι κανόνες δικαίου. Η ιστορία της σύλληψής της έχει ενδιαφέρον γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί το καθεστώς Ερντογάν.

Η Μεσαλέ Τολού γεννήθηκε στο Ουλμ της Γερμανίας το 1984, έχει γερμανικό διαβατήριο και σπούδασε φιλοσοφία και ισπανικά στη Φρανκφούρτη. Μετά τη γέννηση του γιου της Σερκάν το 2014 μετακόμισε με τον σύζυγό της –επίσης δημοσιογράφο– Σουάτ Τσορλού στην Κωνσταντινούπολη για να δουλέψει ως freelancer δημοσιογράφος και μεταφράστρια για διάφορα Μέσα της χώρας. Μεταξύ των Μέσων στα οποία εργαζόταν ήταν και το Ράδιο Οζγκιούρ, το οποίο έκλεισε με προεδρικό διάταγμα μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, ενώ παράλληλα εργαζόταν και ως μεταφράστρια στο αριστερό πρακτορείο ειδήσεων Ετκίν (ΕΤΗΑ). Το Ετκίν δεν είναι ένα τυχαίο πρακτορείο ειδήσεων καθώς συνδέεται με το Μαρξιστικό Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα (MLKP), το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου για τη δράση του. Το MLKP έχει στείλει μαχητές τόσο στο πλευρό του YPG στη Ροζάβα του συριακού Κουρδιστάν, αλλά και στο πλευρό του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (ΡΚΚ) στο βόρειο Ιράκ για την υπεράσπιση της μειονότητας των Γεζίντι.

Οπως καταλαβαίνει κάποιος, το καθεστώς δεν ήθελε πολύ για να κατηγορήσει την Τολού για τρομοκρατία, αποδίδοντάς της την ιδιότητα του μέλους του MLKP. Τον Απρίλιο του 2017 η αντιτρομοκρατική εισέβαλε στο σπίτι της και το έκανε άνω κάτω, ενώ εκείνη ήταν μόνη της με τον δυόμισι ετών γιο της, καθώς ο σύζυγός της είχε ήδη τεθεί υπό κράτηση. Σε συνέντευξή της στο δίκτυο ZDF είπε ότι εκείνες οι στιγμές ήταν οι πιο τραυματικές από όλη την υπόθεση, ενώ θεωρεί τη δίωξή της καθαρά πολιτικά υποκινούμενη. Σύμφωνα με την Deutsche Welle, η Τολού τώρα, παρά τα χρόνια ταλαιπωρίας που δεν μπορεί να πάρει πίσω, το μόνο που θέλει είναι να κλείσει η υπόθεση και να συνεχίσει την εργασία της στη «Schwäbische Zeitung».

Ακραίος αυταρχισμός

Η Τουρκία είναι σταθερά τα τελευταία χρόνια στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης των χωρών σχετικά με την ελευθερία του Τύπου από τους Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία και στην περιοχή Ιντλίμπ, η στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη, η πολιτική χειραγώγηση της κρίσης των προσφύγων από τη Συρία και ο χειρισμός της πανδημίας έχουν χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των αυταρχικών πολιτικών απέναντι σε επικριτικά προς αυτήν μέσα ενημέρωσης, ενώ παράλληλα έχει ενταθεί και η χειραγώγηση του δικαστικού συστήματος για πολιτικούς σκοπούς.

Ακόμη κι αν η Τουρκία δεν είναι πλέον ο μεγαλύτερος δεσμοφύλακας δημοσιογράφων στον κόσμο, ο κίνδυνος φυλάκισης και ο φόβος να υποβληθεί κάποιος δημοσιογράφος σε δικαστικό έλεγχο ή να του αφαιρεθεί το διαβατήριο είναι πάντα υπαρκτός. Η κυβέρνηση ελέγχει το 90% των εθνικών μέσων ενημέρωσης μέσω ρυθμιστικών αρχών όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (RTÜK), ενώ το Συμβούλιο Διαφήμισης Τύπου (BIK) που διαθέτει την κρατική διαφήμιση και η Προεδρική Διεύθυνση Επικοινωνιών (CIB) που εκδίδει τις κάρτες Τύπου χρησιμοποιούν σαφώς πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις προκειμένου να περιθωριοποιήσουν και να ποινικοποιήσουν τα επικριτικά προς το καθεστώς μέσα ενημέρωσης.

Ολιγάρχες ενημέρωσης

Αξιοσημείωτες επίσης είναι τόσο η συγκέντρωση των Μέσων σε λίγους ομίλους όσο και η αδιαφάνεια της ιδιοκτησίας των Μέσων αυτών. Στην Τουρκία το 40% όλων των μέσων ενημέρωσης ανήκει σε οκτώ ομίλους. Οι μισοί από αυτούς τους κορυφαίους ιδιοκτήτες Μέσων έχουν επενδύσεις σε τουλάχιστον τρεις από τους τέσσερις τύπους Μέσων (ραδιόφωνο, τηλεόραση, εφημερίδες και διαδικτυακά portal). Οι κορυφαίοι ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης, Doğan και Kalyon Groups, έχουν επενδύσεις και στους τέσσερις τύπους Μέσων και μοιράζονται το 10% και το 7% του συνολικού κοινού των Μέσων αντίστοιχα. Ακολουθούν οι ομάδες Demirören Group (6%), Ciner Group (5%), Doğuş Group (4%) και η κρατική Τουρκική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση (TRT) (3%).

Παράλληλα, οι ίδιοι όμιλοι δραστηριοποιούνται και σε άλλους τομείς επιχειρηματικότητας, ενώ πολλοί από αυτούς κερδίζουν κρατικά συμβόλαια. Επιπλέον, η νομοθεσία για τη διαφάνεια στην ιδιοκτησία των Μέσων είναι τόσο προβληματική που είναι αδύνατο για τον πολίτη να ξέρει ποιος είναι πραγματικά ο ιδιοκτήτης πίσω από κάθε Μέσο.