Οι 6 διαφορετικοί Τζέιμς Μποντ

Οι έξι Τζέιμς Μποντ που υπερασπίστηκαν τα θολά ιδεώδη του δυτικού κόσμου και γεύτηκαν το «μεδούλι της ζωής».

 

To 1953 ήταν µια καλή χρονιά για τους χάρτινους ήρωες. Ο Ιαν Φλέµινγκ κυκλοφόρησε τη νουβέλα του «Casino Royale» και ο κόσµος γνώρισε τον πράκτορα –µε άδεια να σκοτώνει– Τζέιµς Μποντ. Ο δυτικός κόσµος ζούσε ακόµη το µεθύσι της νίκης και είχε δοθεί µε πάθος στη ζωή και την αναπαραγωγή της. Οι ήρωές του λοιπόν δεν θα µπορούσαν παρά να είναι τύποι αποφασισµένοι να προασπίσουν χωρίς ενδοιασµούς και ηθικές επιφυλάξεις τις κατακτήσεις του «ελεύθερου» κόσµου, δίχως βέβαια να παραβλέπουν το κυνήγι της ευδαίµονος ζωής.

Ο Μποντ του Ιαν Φλέµινγκ –περίπου 1,82 µ. και 72 κιλά, µε σφιχτό στόµα, µια βαθιά ουλή επτά εκατοστών να διατρέχει το δεξί του µάγουλο και µαύρα κοντοκουρεµένα µαλλιά– οδηγούσε Bentley, κάπνιζε έως και 70 custom-made τσιγάρα την ηµέρα (ένα µείγµα βαλκανικών και τουρκικών καπνών που παράγονταν από τη Morland στην οδό Grosvenor), διέθετε εκλεπτυσµένο ουρανίσκο και είχε αδηφάγα διάθεση για τις όµορφες γυναίκες. Ο Ψυχρός Πόλεµος δεν άφηνε χώρο για πολιτική ορθότητα και ήταν βουτηγµένος σε έναν καθαρόαιµο σεξισµό. Μερικά χρόνια µετά την κυκλοφορία του «Casino Royale» ο Φλέµινγκ δήλωσε ότι ο Μποντ ήταν «ένας άνθρωπος της εποχής του».

Τζέιμς Μποντ

Ένας εργάτης με tuxedo

Ο Ιαν Φλέμινγκ επέμενε πως ο ιδανικός ηθοποιός για να ενσαρκώσει τον ήρωά του ήταν ο Ρότζερ Μουρ, ένας τυπικός κομψός Αγγλος που με την ίδια άνεση θα μπορούσε να συντροφεύει ηλικιωμένες κυρίες την ώρα που παίρνουν το απογευματινό τους αφέψημα ή να βοηθάει εύχυμες νεαρές να ξεφορτώνονται τα λιγοστά ρούχα της νυχτερινής τους εμφάνισης. Υπήρξαν και άλλοι υποψήφιοι: ο Τζίμι Στιούαρτ, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, ο Κάρι Γκραντ, ο Ντέιβιντ Νίβεν (υποδύθηκε τον πράκτορα στο εκτός σειράς «Casino Royale» το 1967). Ομως ο κλήρος έπεσε σε έναν μονοκόμματο Σκωτσέζο με στριφνή προφορά που περιέφερε το σαρκίο του ως ερασιτέχνης μποντιμπίλντερ. Κόνερι, Σον Κόνερι το όνομά του. Στα 32 του επιλέχτηκε για να αντιμετωπίσει ως Μποντ τον σατανικό –τι άλλο θα μπορούσε να είναι;– Δρα Νο. Ενας σχετικά άγνωστος ηθοποιός που στο πρόσωπό του αποτυπωνόταν η εργατική του καταγωγή έμελλε να μεταφέρει στοιχεία του χαρακτήρα του στην προσωπικότητα του πράκτορα της αυτής μεγαλειότητας. Σαγηνευτικός, αδίστακτος, αδυσώπητος, ένας κυνικός μισογύνης με κραυγαλέο –στα όρια της πυκνής χυδαιότητας– ερωτισμό, ο Κόνερι βρισκόταν πολύ μακριά από τα στάνταρ που είχε θέσει ο Ιαν Φλέμινγκ, ο οποίος βέβαια κάποια χρόνια μετά τον «Δρα Νο» παραδέχτηκε ότι πλέον δεν μπορούσε να φανταστεί άλλον καλύτερο ηθοποιό στη θέση του. «Πάντα μισούσα αυτό τον καταραμένο Τζέιμς Μποντ· θα ήθελα να τον σκοτώσω»: αστικός θρύλος ή όχι –ο «Observer» το 2004 υποστήριξε πως η δήλωση είναι πραγματική–, ο Κόνερι με αυτά τα λόγια εξέφρασε ακριβώς το πνεύμα της σχέσης του με τον ήρωα που τον έκανε παγκόσμιο icon: αβυσσαλέα απέχθεια. Μια κινηματογραφική «τραγωδία».

Ο αδιάφορος Aussie 

Όταν ο Κόνερι αποχαιρέτησε για πρώτη φορά τον μισητό του ήρωα, οι παραγωγοί της επόμενης ταινίας («Στην υπηρεσία της αυτής μεγαλειότητος») κατέληξαν σε μια από τις πιο άστοχες επιλογές πρωταγωνιστή στην ιστορία του σινεμά. Αυτός που θα καλούνταν να μπει στα παπούτσια του Σον Κόνερι θα έπρεπε να διαθέτει υποκριτική οξυδέρκεια και να ενθέσει στον χαρακτήρα νέα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην ανανέωση του μύθου. Και οι παραγωγοί κατέληξαν στον Τζορτζ Λέιζενμπι, έναν νερόβραστο Αυστραλό, μοντέλο στο επάγγελμα, που στο αποκορύφωμα της καριέρας του διαφήμισε τις σοκολάτες Big Fry. Ακόμη κι έτσι όμως, ο «κύριος υποσημείωση» έπαιξε σε μια από τις καλύτερες ταινίες του franchise, στην οποία μάλιστα ο Τζέιμς Μποντ παντρεύεται. 

Κλόουν ή πράκτορας;

Καθώς ο Ψυχρός Πόλεμος άρχιζε σταδιακά να «ξεπαγώνει», μετά τα «Διαμάντια είναι παντοτινά» και την τελευταία (έως την επόμενη) φυγή του Κόνερι οι παραγωγοί επέλεξαν τον Ρότζερ Μουρ, ο οποίος άλλωστε ήταν από την εποχή του «Δρος Νο» στη λίστα των υποψήφιων πρακτόρων. Ο γνωστός ηθοποιός από τον ρόλο του Σάιμον Τέμπλαρ στον τηλεοπτικό «Αγιο» κινούνταν στον αντίποδα του τραχιού Σκωτσέζου: μεταξένιος, χαρωπός, φωτεινός, ανάλαφρος, αυτοσαρκαστικός. Ο κόσμος είχε κουραστεί να περιμένει πότε η απειλή του πυρηνικού ολέθρου θα γίνει πραγματικότητα και το πρόσωπο του πράκτορα θα έπρεπε να ακολουθήσει τις νόρμες της εποχής, αλλιώς θα αυτοκαταστρεφόταν σαν μήνυμα του αστυνόμου Σαΐνη. Στην πραγματικότητα ο Μποντ του Ρότζερ Μουρ θα ήταν μια φιγούρα απόλυτα ενταγμένη στον κόσμο του Σαΐνη. Στις πέντε ταινίες όπου συμμετέχει η πολιτική παραχωρεί τη θέση της στην πολιτισμική παρατήρηση και ο 007 στα μεσοδιαστήματα των περιπετειών του εμπνέεται από τις νέες ανησυχίες που γίνονται ρεύματα: οικολογία, αφοπλισμός, πόλεμος των άστρων. Ο Ρότζερ Μουρ θα ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση αν ο Τζέιμς Μποντ ήταν ήρωας φελινικού τσίρκου, αλλά δυστυχώς γι’ αυτόν δεν είναι (το 1983 στην «Επιχείρηση Οκτόπουσι» με πολλή μεγάλη χαρά μεταμφιέστηκε σε κλόουν). 

Πολύ σαιξπηρικός για να είναι Μποντ

Καθώς ο Ρότζερ Μουρ πατούσε τα 57, η ανάγκη να βρεθεί το νέο πρόσωπο του Μποντ ήταν επιτακτική. Ο γεννημένος στη βόρεια Ουαλία σαιξπηρικός ηθοποιός Τίμοθι Ντάλτον πήρε το χρίσμα στα 41 του. Φρέσκο πρόσωπο, σχετικά νεανικό και έτοιμο να υπηρετήσει τόσο τη βασίλισσα όσο και τις έντονες σκηνές δράσης. Ομως οι καιροί ήταν σκληροί για πράκτορες που μετά τον κάματο της ημέρας αναζητούσαν την απελευθέρωση του σεξισμού τους στην αγκαλιά μιας γυναίκας. Το AIDS φάνταζε μεγαλύτερη απειλή από τους «κόκκινους». Το χειρότερο για τον Μποντ όμως δεν ήταν αυτό: δίχως κινηματογραφική πείρα, ο Ντάλτον κατεβάζει τον ήρωα στα μέτρα του καθημερινού ανθρώπου – αυτό βέβαια ίσως να οφείλεται και στο γεγονός πως οι αντίπαλοί του είναι έμποροι όπλων ή ναρκωτικών. Τα 80s σκότωσαν ακόμη και το όραμα των σατανικών ιδιοφυών να καταστρέψουν τον κόσμο.

New age πράκτορας

Πέντε χρόνια κράτησε η περίοδος Τίμοθι Ντάλτον.  Επόμενη επιλογή ο Ιρλανδός ηθοποιός Πιρς Μπρόσναν, αυτός που ο παραγωγός Αλμπερτ Μπρόκολι ήθελε να αντικαταστήσει τον Ρότζερ Μουρ αλλά εκείνη την εποχή δεν μπορούσε καθώς δεν γινόταν να απελευθερωθεί από το συμβόλαιό του για την τηλεοπτική σειρά «Remington Steele». Από την τηλεόραση ο Ιρλανδός είχε αποδείξει ότι μπορούσε να φαίνεται γοητευτικός στα tuxedo του 007 και αποφασιστικός στην αντιμετώπιση των new age απειλών (από πρώην συνάδελφό του στην MI6 έως μεγιστάνα των μίντια – και για κερασάκι στην τούρτα, Βορειοκορεάτες «μαδουραίους»). Οι απειλές για τον ύστερο καπιταλισμό των 90s ήταν τόσο αφελείς όσο και ο ύστερος καπιταλισμός.

Στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή 

Υπάρχει η αίσθηση ότι ο Ντάνιελ Κρεγκ που πήρε το Walther PPK από τα χέρια του Μπρόσναν φέρνει λίγο στον Ζέλινγκ, τον περιώνυμο γουντιαλενικό ήρωα: ένας ήρωας που κορφολόγησε όσα στοιχεία από τον χαρακτήρα των προηγούμενων Μποντ θεωρούσε ότι θα ταίριαζαν μεταξύ τους και θα έδιναν έναν πειστικό Φρανκενστάιν των πρακτόρων. Οποιος λοιπόν από τους θεατές αναγνωρίσει την κυνική σκληρότητα του Κόνερι, τον πραγματισμό του Ντάλτον, το ασεβές πνεύμα του Μουρ και τη βαθυστόχαστη γοητεία του Μπρόσναν στον 007 του Κρεγκ θα έχει απόλυτο δίκιο. Το πρόβλημα είναι πως ο κόσμος που περιβάλλει τον Μποντ είναι υπέρ το δέον πολύπλοκος και ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει για την αυτογνωσία δύσβατος. 

 

Φιλμογραφία

Σον Κόνερι

1962 «Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον Δρος Νο» (Dr. No, Τέρενς Γιανγκ)

1963 «Από τη Ρωσία με αγάπη» (From Russia with love,  Τέρενς Γιανγκ)

1964 «Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου» (Goldfinger, Γκάι Χάμιλτον)

1965 «Επίχειρηση Κεραυνός» (Thunderball, Τέρενς Γιανγκ)

1967 «Ζεις μονάχα δυο φορές» (You only live twice, Λιούις Γκίλμπερτ)

1971 «Τα διαμάντια είναι παντοτινά» (Diamonds are forever, Γκάι Χάμιλτον)

1983 (εκτός σειράς) «Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ» (Never say never again, Ιρβιν Κέρσνερ)

Τζορτζ Λέιζενμπι

1969 «Στην υπηρεσία της αυτής μεγαλειότητος» (On her majesty’s secret service, Πίτερ Χαντ)

Ρότζερ Μουρ

1973 «Ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν» (Live and let die, Γκάι Χάμιλτον)

1974 «Ο άνθρωπος με το χρυσό πιστόλι» (The man with the golden gun, Γκάι Χάμιλτον)

1977 «Η κατάσκοπος που μ’ αγάπησε» (The spy who loved me, Λιούις Γκίλμπερτ)

1979 «Επιχείρηση Μούνρεϊκερ» (Moonraker, Λιούις Γκίλμπερτ)

1981 «Για τα μάτια σου μόνο» (For your eyes only, Τζον Γκλεν)

1983 «Επιχείρηση Οκτόπουσι» (Octopussy, Τζον Γκλεν)

1985 «Επιχείρηση Κινούμενος Στόχος» (A view to a kill, Τζον Γκλεν)

Τίμοθι Ντάλτον

1987 «Με το δάχτυλο στη σκανδάλη» (The living daylights, Τζον Γκλεν)

1989 «Προσωπική εκδίκηση» (Licence to kill, Τζον Γκλεν)

Πιρς Μπρόσναν

1995 «Επιχείρηση Χρυσά Μάτια» (GoldenEye, Μάρτιν Κάμπελ)

1997 «Το αύριο δεν πεθαίνει ποτέ» (Tomorrow never dies, Ρότζερ Σπότισγουντ)

1999 «Ο κόσμος δεν είναι αρκετός» (The world is not enough, Μίκαελ Απτεντ)

2002 «Πέθανε μια άλλη μέρα» (Die another day, Λι Ταμαχόρι)

Ντάνιελ Κρεγκ

2006 «Casino Royale» (Μάρτιν Κάμπελ)

2008 «Quantum of solace» (Μαρκ Φόρστερ)

2012 «Skyfall» (Σαμ Μέντες)

2015 «Spectre» (Σαμ Μέντες)

2021 «No time to die» (Κάρι Φουκουνάγκα)