«Υπερβολικές κρατικές παρεμβάσεις»

Η σεζόν 2019-2020 θα μείνει στην ιστορία (και) για την υπόθεση της πολυϊδιοκτησίας μεταξύ ΠΑΟΚ και Ξάνθης, την οποία κατήγγειλε ο Ολυμπιακός, και παρότι έφτασε μέχρι το πάνελ του CAS κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα 100% αν πρόκειται για μέγα σκάνδαλο ή για μία απίστευτη σκευωρία. 

Το μόνο σίγουρο είναι ότι έγιναν κυβερνητικές παρεμβάσεις, οι οποίες καταγράφονται εμμέσως πλην σαφώς στο πολυσέλιδο σκεπτικό του Διεθνούς Αθλητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου.

Η υπόθεση ακόμα δεν έχει κριθεί, καθώς το CAS την επέστρεψε στην Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ. Το Documento κάνει μία μίνι αναδρομή σε αυτήν και καταλήγει στο σκεπτικό CAS:

1. Στις 4/12/2019 ο Ολυμπιακός κατέθεσε καταγγελία στην Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (ΕΕΑ) για να ελεγχθεί αν ΠΑΟΚ και Ξάνθη ελέγχονται κυριαρχικά από κοινό ιδιοκτήτη («πολυϊδιοκτησία»).

2.Λίγες ημέρες αργότερα ο υφυπουργός Αθλητισμού Λευτέρης Αυγενάκης διόριζε στην ΕΕΑ τους καθηγητές από το Πανεπιστήμιο Πειραιά, Νικόλαο Φαραντούρη και Αριστέα Σινανιώτη. Ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας εγκάλεσε πολιτικά στη Βουλή τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στις 30/1/2020, ότι σίγουρα γνώριζε, αν δεν ήταν τελικά αυτός (ο πρωθυπουργός) που συμβούλευσε τον Λ. Αυγενάκη «να αντικαταστήσει δύο μέλη της ΕΕΑ και μάλιστα, να τους αντικαταστήσει χωρίς, όπως προβλέπει ο νόμος που ψηφίσαμε εμείς, την έγκριση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, ενόσω γνώριζε ότι είναι εν εξελίξει μία κρίσιμη υπόθεση για το ελληνικό ποδόσφαιρο», αναβαθμίζοντας έτσι «τους ολιγάρχες σε συνδιαμορφωτές της πολιτικής, της κοινωνικής ζωής, των πρακτικών, της ιδεολογίας».

Από τις αρχές Αυγούστου 2019 ο Λ. Αυγενάκης είχε ήδη διορίσει στη θέση του προέδρου στην ΕΕΑ, επίσης χωρίς την έγκριση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, τον Χανιώτη συνταξιούχο αντεισαγγελέα Εφετών Νικόλαο Τζουλάκη. Στις 6/2/2020 η ΠΑΕ ΠΑΟΚ ρώτησε δημόσια τον Αυγενάκη «έχετε ενημερώσει τον πρωθυπουργό ότι ο γιος του Τζουλάκη είναι κουμπάρος με τον αδερφό σας;», χωρίς ποτέ να πάρει απάντηση.

3.Στις 27/1/2020 η ΕΕΑ εκδίδει την απόφασή της με την οποία διαπιστώνει ότι, ουσιαστικά, οι δύο ΠΑΕ βρίσκονται υπό κοινή ιδιοκτησιακή στέγη και την προωθεί άμεσα στα πειθαρχικά όργανα του ποδοσφαίρου για να επιβληθεί η ποινή του υποβιβασμού, όπως προβλεπόταν τότε στον αθλητικό νόμο (ν. 2725/1999). Την επόμενη μέρα, όμως, η κυβέρνηση έσπευσε να καταθέσει στη Βουλή – και η Βουλή ψήφισε – μια εκπρόθεσμη φωτογραφική τροπολογία, με σκοπό να «διασώσει» τους ΠΑΟΚ – Ξάνθη από τον επαπειλούμενο υποβιβασμό, για «να μη χωριστεί η χώρα στα δύο»! Έτσι λοιπόν από τότε, η προβλεπόμενη ποινή για την διαπιστωμένη «βαρεία παράβαση της πολυϊδιοκτησίας» δεν θα είναι ο υποβιβασμός, αλλά «η ποινή της αφαίρεσης 5 έως 10 βαθμών από το τρέχον επαγγελματικό πρωτάθλημα στο οποίο αυτή (σ.σ.: η ομάδα) συμμετέχει, αναλόγως της βαρύτητας της παράβασης». Κάποιοι, και πάντως σίγουρα η πλευρά του Ολυμπιακού, αυτό το χαρακτηρίζουν αθέμιτη «αμνήστευση».

Στις 30/1/2020 ο Κυριάκος Μητσοτάκη αγόρευσε στη Βουλή σαν… πρόεδρος του Αρείου Πάγου: «Χθες η κυβέρνηση σε μία κίνηση καταλλαγής ψήφισε μία νομοθετική ρύθμιση με σκοπό να αμβλυνθούν οι αντιδράσεις από μία γνωμοδότηση, όχι απόφαση, της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού». Όμως η «γνωμάτευση» του πρωθυπουργού «αγνοήθηκε» και, χωρίς να αξιολογήσουν οι δικαστές «αν, πώς και γιατί» υφίσταται κοινή ιδιοκτησία – πολυϊδιοκτησία, τιμώρησαν πειθαρχικά τους ΠΑΟΚ και Ξάνθη με αφαίρεση βαθμών, βασιζόμενοι μόνο στα πορίσματα μιας διοικητικής πράξης, της απόφασης της ΕΕΑ, αφήνοντας επί της ουσίας την υπόθεση αδίκαστη.

Η ετυμηγορία – κόλαφος του CAS

Ολυμπιακός και ΠΑΟΚ προσέβαλλαν την απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων στο Διαιτητικό Αθλητικό Δικαστήριο της Λωζάννης, έχοντας αναθέσει την υπόθεση σε εξειδικευμένα δικηγορικά γραφεία Αθλητικού Δικαίου, του εξωτερικού. Το CAS έκρινε ότι οι δικαστές των πειθαρχικών οργάνων της ΕΠΟ και της Super League 1 θα έπρεπε να είχαν δικάσει κανονικά την υπόθεση και όχι να αποφύγουν να το κάνουν, καλυπτόμενοι πίσω από τη «δεσμευτικότητα» της απόφασης της κρατικής ΕΕΑ.

Ο ΠΑΟΚ συνεργάστηκε νομικά και με την καθηγήτρια Διοικητικού Δικαίου Ευγενία Πρεβεδούρου, καθώς και με τον δικηγόρο Νίκο Λαγαρία, από τους οποίους ζητήθηκαν γνωμοδοτήσεις, ενώ κλήθηκαν – και κατέθεσαν επί ώρες – στη δίκη ως πραγματογνώμονες (expert witnesses), για θέματα που σχετίζονται με το ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο, με το διεθνές και ελληνικό Αθλητικό Δίκαιο. Αν (και) το CAS, που ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι αθλητικής δικαιοσύνης, θεωρούσε δεσμευτική την απόφαση της ΕΕΑ, θα παραβιαζόταν το θεμελιώδες δικαίωμα του ΠΑΟΚ «να ακουστεί» και το δικαίωμά του στην άσκηση ένδικων μέσων.

Επιπρόσθετα, αν γινόταν δεκτή η «δεσμευτικότητα της απόφασης της ΕΕΑ», που είναι ένα συλλογικό διοικητικό όργανο, τότε η ευθεία ανάμειξη αυτής της κρατικής επιτροπής (της ΕΕΑ), στα εσωτερικά θέματα μιας εθνικής αθλητικής ομοσπονδίας, της ΕΠΟ, θα συνιστούσε υπερβολική κρατική παρέμβαση που θα προσέκρουε στη θεσμοθετημένη αυτονομία του αθλητικού κινήματος. Επίσης, υποστηρίχθηκε σθεναρά, από τους δύο experts, ότι το αθλητικό κίνημα οφείλει, σύμφωνα με τις καταστατικές προβλέψεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και των παγκόσμιων αθλητικών ομοσπονδιών, όπως είναι η FIFA, να παραμένει ανεξάρτητο από κρατικές – πολιτικές παρεμβάσεις, όπως άλλωστε ανεξάρτητα, από την εκτελεστική εξουσία, πρέπει να παραμένουν και τα δικαστικά του όργανα. Και, βέβαια, έγινε αναφορά σε μια κρίσιμη απόφαση του αρμόδιου Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που είχε ήδη κρίνει τη «μη δεσμευτικότητα», επί μιας πρόσφατης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ΠΑΟΚ στην υπόθεση αυτή.

Το CAS εξέδωσε άμεσα την απόφασή του, μόλις τέσσερις μέρες μετά την ακροαματική διαδικασία! Επέστρεψε τους 7 βαθμούς στον ΠΑΟΚ και ανέπεμψε την υπόθεση στην Ελλάδα, για να δικαστεί επί της ουσίας, με την ειδικότερη επισήμανση ότι δεν θα πρέπει να θεωρούν οι εφέτες της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ δεσμευτική, γι’ αυτούς, την απόφαση της ΕΕΑ. Στο πλήρες σκεπτικό της απόφασης του CAS (14/8/2020), το Δικαστήριο έκρινε επί λέξει, στην παράγραφο 183 της απόφασης του, ότι «συμπερασματικά, το Πάνελ (η σύνθεση) θεωρεί ότι η απόφαση της ΕΕΑ δεν είναι δεσμευτική για τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ».

Να σημειωθεί ότι αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης του CAS παραιτήθηκαν, για προσωπικούς λόγους όπως ανακοίνωσαν, σχεδόν όλοι οι εφέτες που συγκροτούσαν την Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ!

«Υπερβολικές κρατικές παρεμβάσεις»

Στην παράγραφο 166 της απόφασής του το CAS αναφέρει επί λέξει: «Επιπλέον, και το Πάνελ (σ.σ.: η σύνθεση του CAS) θεωρεί ότι αυτό είναι το πιο «καθοριστικό» (επιτακτικό) επιχείρημα, ότι το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΕΕΑ δεν δεσμεύει τα δικαστικά όργανα της ΕΠΟ, με μια απόφασή του που εκδόθηκε επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του ΠΑΟΚ κατά της απόφασης της ΕΕΑ. Προφανώς και πρέπει να δίνεται σημαντική βαρύτητα στα δικαστικά όργανα της ΕΠΟ, αλλά το Πάνελ θεωρεί ότι μια απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται πιο «επιτακτική» (αυξημένης τυπικής ισχύος), διότι αυτή είναι η μόνη δικαιοδοσία στην οποία δικάζονται εφέσεις κατά αποφάσεων της ΕΕΑ».

Συνεχίζοντας το CAS αναφέρει επί λέξει, στην παράγραφο 171 της απόφασής του: «Κατά συνέπεια, η Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ είχε το πλεονέκτημα ότι μπορούσε να λάβει υπόψη της την απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Παρά το επιχείρημα της ΕΠΟ στην παρούσα διαδικασία ενώπιον του CAS, ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ελληνικό νόμο από την οποία να προκύπτει ότι το δικαστικό όργανο μιας αθλητικής ομοσπονδίας μπορεί να επανεξετάζει τα πορίσματα ή να ανατρέπει μια απόφαση ενός ελληνικού διοικητικού οργάνου, όπως η ΕΕΑ, η πλειοψηφία της τριμελούς σύνθεσης της Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κάνει αναφορά στην απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και δεν περιέχει (η απόφαση) καμία αιτιολογία για τον λόγο που η Επιτροπή Εφέσων έκρινε σκόπιμο να παρεκκλίνει από την αιτιολογία του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών».

Επίσης, στην παράγραφο 180 της απόφασής του το CAS αναφέρει επί λέξει: «Η δυνητική απειλή παραβίασης του καθήκοντος των εθνικών Ομοσπονδιών να διατηρούν την αυτονομία και την ανεξαρτησία τους και να αποτρέπουν την υπερβολική κρατική παρέμβαση, είναι σημαντικά μεγαλύτερη στην περίπτωση που τα δικαστικά όργανα της ΕΠΟ θα υποχρεώνονταν να επικυρώνουν τα πορίσματα της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού, ενός διοικητικού οργάνου της Ελληνικής δημόσιας διοίκησης, ανεξάρτητου από την ΕΠΟ, όταν αυτή αποφασίζει (σ.σ.: η ΕΕΑ) για εσωτερικά θέματα της Ομοσπονδίας όπως είναι ο υποβιβασμός ομάδων ή η αφαίρεση βαθμών από πρωταθλήματα, απ’ ότι στην περίπτωση που τα δικαστικά όργανα της ΕΠΟ θα είχαν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν αν θα «ακολουθούν» ή όχι τα πορίσματα της απόφασης της ΕΕΑ. Πράγματι, το τελευταίο αυτό σενάριο φαίνεται στο Πάνελ ως μια εύλογη και κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των εξουσιών της ΕΕΑ και των δικαστικών οργάνων της ΕΠΟ».

Και τώρα τι;

Το CAS έκρινε ότι η απόφαση της ΕΕΑ δεν είναι δεσμευτική για τους εφέτες, όχι όμως ότι είναι σωστή ή εσφαλμένη. Η υπόθεση ξεκινάει (και θα πρέπει να δικαστεί) «από το μηδέν». Ωστόσο η αλλοπρόσαλλη τροπολογία του «γρήγορου ναι, πρόχειρου… ναι!» Γ. Γεραπετρίτη, προβλέπει ότι «σε περίπτωση που η παράβαση διαπιστώνεται μετά το τέλος της αγωνιστικής περιόδου, η ως άνω ποινή επιβάλλεται για το επόμενο επαγγελματικό πρωτάθλημα». Η φερόμενη παράβαση έχει ήδη διαπιστωθεί μέσα στην αγωνιστική περίοδο 2019-2020, και έχουν ήδη αφαιρεθεί από την Ξάνθη αμετάκλητα 12 βαθμοί, που της «κόστισαν» τον υποβιβασμό στη Super League 2. Επομένως, ενδέχεται να δούμε τον ΠΑΟΚ να απαλλάσσεται και την Ξάνθη να μένει … υποβιβασμένη στη Super League 2, λόγω των -12 βαθμών, ή τον ΠΑΟΚ να τιμωρείται και να μην υπάρχει δυνατότητα να του αφαιρεθούν βαθμοί, είτε από το περσινό είτε από το φετινό πρωτάθλημα. Τι να πεις, τις έχουν αυτές τις … επιπλοκές τα «επιτελικά κράτη»!

Ετικέτες