100 δισ. ευρώ αναζητούν τσέπες

Χριστόφορος Πισσαρίδης και Πάνος Τσακλόγλου συνιστούν στην κυριολεξία το κατάλληλο δίδυμο στην κατάλληλη θέση. Ο πρώτος προτείνει και ο δεύτερος υλοποιεί. Εναν χρόνο μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης του κράτους ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχωρά, όπως όλα δείχνουν, σε ένα από τα πιο κομβικά σχέδιά του, την ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού και συγκεκριμένα του δεύτερου πυλώνα, του επικουρικού.

Για ευνόητους λόγους ούτε προεκλογικά ούτε τώρα το εν λόγω σχέδιο «απολαμβάνει» δημοσιότητα, αλλά αυτό ουδόλως απασχολεί τους εμπνευστές του. Αλλωστε τα λεφτά είναι πολλά. Ο ίδιος ο νομπελίστας οικονομολόγος και σερ Χρ. Πισσαρίδης στο σχέδιό του σημειώνει επί λέξει «ότι μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση σε συνδυασμό με στοχευμένα φορολογικά κίνητρα για τοποθετήσεις στην εγχώρια κεφαλαιαγορά, με βάση καλών πρακτικών της ΕΕ, δημιουργεί νέα αποθεματικά προς επένδυση ύψους έως και €99 δισ. σε 40 χρόνια»! 

Νέα επικουρική, πλήρως κεφαλαιοποιητική

Τι λέει όμως στο σχέδιό του; «Δεδομένης της υφιστάμενης δομής του ασφαλιστικού συστήματος, ο βέλτιστος τρόπος συμπλήρωσης του κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα είναι ο μετασχηματισμός της επικουρικής σύνταξης (σήμερα νοητής κεφαλαιοποίησης) σε νέα επικουρική που θα λειτουργεί πλήρως κεφαλαιοποιητικά». Και συνεχίζει: «Δεδομένης της καθυστέρησης της ανάπτυξης του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα στη χώρα, η μεταρρύθμιση της επικουρικής πρέπει να προχωρήσει τάχιστα και με ευρύ πεδίο εφαρμογής (ενδεικτικά για όλους τους νέους εργαζόμενους και εθελοντικά για όσους παλαιότερους ασφαλισμένους το επιλέξουν). Η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα αποτελεί πράξη διαγενεακής αλληλεγγύης και συντείνει στη διασφάλιση της βιωσιμότητας της οικονομίας στο απώτερο μέλλον».

Με απλά ελληνικά, ο νεοεισερχόμενος στο σύστημα με τον κατώτατο μισθό των 650 ευρώ μηνιαίως θα κληθεί να χρηματοδοτήσει ο ίδιος το επικουρικό του στην ιδιωτική αγορά. Αυτήν τη δυνατότητα θα έχουν αν το επιθυμούν και οι παλαιότεροι εργαζόμενοι. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αφού όποιος εργαζόμενος διαθέτει τα χρήματα μπορεί να το κάνει και σήμερα στην ιδιωτική ασφαλιστική αγορά. Κι επειδή υπάρχει –και όχι άδικα– καχυποψία έναντι των ιδιωτών (βλέπε το παράδειγμα της ΑΣΠΙΣ), ο κ. Πισσαρίδης προτείνει «συμπληρωματικά προς την παραπάνω κατεύθυνση» τη θέσπιση «αποτελεσματικού και αυστηρού κανονιστικού πλαισίου για τα ασφαλιστικά ταμεία στον δεύτερο και τρίτο πυλώνα κατά τα πρότυπα πολλών χωρών της ΕΕ, όπως και η λειτουργία ενός δημόσιου ασφαλιστικού ταμείου στον δεύτερο πυλώνα, με κεφαλαιοποίηση». Ποιος θα χρηματοδοτήσει

τα ελλείμματα; Το κρίσιμο ερώτημα εδώ είναι ποιος θα χρηματοδοτήσει το έλλειμμα του ασφαλιστικού που θα προέλθει από την έξοδο των νεοεισερχομένων από αυτό. Ποιος δηλαδή θα πληρώσει τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων; Η απάντηση είναι, φυσικά, το κράτος. Αλλά με ποια κονδύλια για ένα κράτος που βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση και υποχρεούται να παράγει πλεονάσματα προκειμένου να αποπληρώνει ένα δυσθεώρητο εξωτερικό χρέος; Εδώ κάποιοι βάζουν στην εξίσωση τα περίπου 22 δισ. του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης, στερώντας τα χρήματα αυτά από την πραγματική οικονομία και την ανάπτυξη. Ισως γι’ αυτό η επιτροπή Πισσαρίδη βιάζεται να χαρακτηρίσει στο πόρισμα «αναπτυξιακή διαδικασία» την ιδιωτικοποίηση του επικουρικού. «Η ενίσχυση της αποταμίευσης και των επενδύσεων με αυτό τον τρόπο» σημειώνεται στο πόρισμα «εκτιμάται ότι οδηγεί σε υψηλότερο πραγματικό ΑΕΠ κατά €6,9 δισ. και 81.000 περισσότερες θέσεις εργασίας (ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης) κατά μέσο όρο ετησίως για τα επόμενα 40 χρόνια».

Σαν έτοιμος από καιρό ο Τσακλόγλου

Σε ό,τι αφορά, τέλος, τον νέο πολιτικό προϊστάμενο του όλου εγχειρήματος, εμφανίστηκε σαν έτοιμος από καιρό. Ο νέος υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων αρμόδιος για θέματα Κοινωνικής Ασφάλισης, ο οποίος διατέλεσε σύμβουλος των πρωθυπουργών Γ. Παπανδρέου (2010-11) και Λ. Παπαδήμου (2011-12) σε θέματα απασχόλησης και κοινωνικής πολιτικής, Π. Τσακλόγλου στην ορκωμοσία του σημείωσε επί λέξει: «Αρκετά έχουν ακόμη να γίνουν, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά ως προς τον δεύτερο πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος». Και μπορεί η πρόβλεψη του κ. Πισσαρίδη τον Νοέμβριο του 2012 στη «La Repubblica» της Ρώμης ότι «μέσα σε δύο χρόνια η Αθήνα θα αναστηθεί» να μην επιβεβαιώθηκε, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται ποτέ δεν είναι αργά για την ανάσταση των ιδιωτικών ασφαλιστικών…

Ασφαλισμένοι και φορολογούμενοι θα επωμιστούν το βάρος της μετάβασης

Του Σάββα Γ. Ρομπόλη*

Η πρόσφατη γνωστοποίηση της ενδιάμεσης έκθεσης Πισσαρίδη επαναφέρει ουσιαστικά στη δημόσια συζήτηση τη μετάβαση της επικουρικής ασφάλισης από ένα αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε ένα σύστημα ultra κεφαλαιοποιητικής λειτουργίας. Ωστόσο, μια τέτοια αλλαγή από το ένα σύστημα στο άλλο προκαλεί ένα κόστος μετάβασης. Αυτό το κόστος αναφορικά με το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα έχει υπολογιστεί ότι ανέρχεται για την επικουρική ασφάλιση στο ποσό των 57 δισ. ευρώ, ενώ για την κύρια σχεδόν διπλασιάζεται, αφού το εκτιμώμενο κόστος μετάβασης ανέρχεται στα 120-130 δισ. ευρώ. 

Αυτός είναι και ο λόγος που καμία αναπτυγμένη χώρα δεν έχει τολμήσει να αναλάβει ένα τέτοιο κόστος μετάβασης, δεδομένου ότι το κόστος αυτό είναι πραγματικό και όχι λογιστικό. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι σε χώρες όπου ισχύει σύστημα ultra κεφαλαιοποιητικής λειτουργίας ο κεφαλαιοποιητικός πυλώνας έχει σχεδιαστεί και λειτουργεί από μηδενική βάση ώστε να μην υφίσταται κόστος μετάβασης. Αυτό ακριβώς συνέβη σε χώρες όπως η Σουηδία, η Ολλανδία, η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Ελβετία. 

Αν λοιπόν υιοθετηθεί ένα τέτοιο σύστημα είτε στην κύρια είτε στην επικουρική ασφάλιση, θα πρέπει κάποιος να πληρώσει αυτό τον λογαριασμό του κόστους μετάβασης. Αυτό σημαίνει ότι θα τον επωμιστούν είτε οι ασφαλισμένοι (γενιά μετάβασης) είτε το κράτος μέσω της επιβολής επιπρόσθετης φορολογίας στους πολίτες. 

Η τρίτη λύση για την πληρωμή είναι τα ομόλογα αναγνώρισης, που όμως δεν αλλάζουν την ουσία αφού και το ομόλογο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τίτλος χρέους (χρεόγραφο), που σημαίνει ότι θα επιβαρυνθούν οι ήδη αυξημένες δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας μέχρι το 2060.

 Οσον αφορά τους ασφαλισμένους, θα πρέπει να ειπωθεί ότι αν μετατοπιστεί εκεί το κόστος της μετάβασης, τότε η συγκεκριμένη γενιά ασφαλισμένων θα πρέπει να καταβάλει διπλές εισφορές (μία για να χρηματοδοτήσει τις συντάξεις των συνταξιούχων του παλαιού συστήματος και μία για να αποταμιεύσει στον ατομικό λογαριασμό του κεφαλαιοποιητικού συστήματος). 

Το πείραμα της μετάβασης με όρους ultra κεφαλαιοποιητικής λειτουργίας έχει εφαρμοστεί μόνο σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της ανατολικής Ευρώπης, με τα γνωστά δυσμενή αποτελέσματα (σημαντική μείωση των συντάξεων, επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων, διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων) που έχουν καταγραφεί στη διεθνή σχετική βιβλιογραφία. Στις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι πολλές χώρες, ειδικά της ανατολικής Ευρώπης, έχουν επιστρέψει στο αναδιανεμητικό σύστημα των εγγυημένων παροχών προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα ανεκτό επίπεδο διαβίωσης στον γηραιότερο πληθυσμό.

* O Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι ομ. καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου

Mνημόνιο Μητσοτάκη με πολιτικές παντός καιρού

Του Νίκου Παππά

Το σχέδιο Πισσαρίδη δεν είναι τίποτε άλλο από το μνημόνιο Μητσοτάκη. Είναι ο επιστημονικός μανδύας για την προαποφασισμένη «εκκαθάριση» μεγάλου μέρους της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας. Είναι το άλλοθι για την εφαρμογή της «ανοσίας της αγέλης» στην οικονομία, που ξεκίνησε με τον αποκλεισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τον τραπεζικό δανεισμό και ολοκληρώνεται με τις οδηγίες του σχεδίου για περιορισμό του αριθμού τους μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων. 

Η εργαλειοποίηση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας από τη ΝΔ δεν πλήττει όμως μόνο τη μικρή και μεσαία επιχείρηση. Πλήττει και την απασχόληση, αφού οι ΜμΕ συντηρούν το 50% της μισθωτής απασχόλησης. Πλήττει και το ασφαλιστικό μας σύστημα, αφού ιδιωτικοποιεί τις επικουρικές συντάξεις δίνοντας νέο «καύσιμο» στις κεφαλαιαγορές, τζογάροντας τις κοινές μας αποταμιεύσεις και θυσιάζοντας δύο γενεές για να περάσουμε από το ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο άλλο. Οι νεοφιλελεύθερες εμμονές της ΝΔ και όσων συνωστίζονται πέριξ αυτής είναι γνωστές. 

Ο τρόπος που παρουσιάζονται εξοργίζει. Το σχέδιο Πισσαρίδη – Μητσοτάκη δεν πατά καν στον καμβά των οικονομικών εξελίξεων ή των χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας. Οι συγγραφείς του προτείνουν τις γνωστές πολιτικές «παντός καιρού». Που για τους ίδιους και τη ΝΔ πρέπει να εφαρμοστούν είτε η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση είτε σε ανάπτυξη. Το όλο σύστημα επιχειρεί να επιβάλει πάση θυσία τη νέα κανονικότητα. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, το συγχωροχάρτι Πισσαρίδη – Μητσοτάκη στις τράπεζες για τον αποκλεισμό των μικρών και μεσαίων εταιρειών από τα εργαλεία στήριξης μέσω της επαναφοράς του όρου «ζόμπι» για τις επιχειρήσεις. Η κοινωνία πρέπει να αντισταθεί. Και ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία να συσπειρώσει τον κόσμο που ζητά πολιτική αλλαγή. Μια αλλαγή που πάντα ακολουθεί τους οικονομικούς κλυδωνισμούς.

Ο Νίκος Παππάς είναι τομεάρχης οικονομίας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Νότιου Τομέα Β΄ Αθηνών

Αυταπάτες τέλος

Του Λεωνίδα Βατικιώτη*

Η ενδιάμεση έκθεση Πισσαρίδη διαλύει έγκαιρα τις αυταπάτες για την πιθανότητα τα κονδύλια του Κεφαλαίου Ανάκαμψης ύψους έως 32 δισ. ευρώ να βελτιώσουν τη θέση εργαζομένων και συνταξιούχων, ακόμη και να πυροδοτήσουν μια οικονομική ανάπτυξη με κοινωνικό μέρισμα. Πρόκειται για ένα νεοφιλελεύθερο μανιφέστο που αναπαράγει ιδεολογικές κοινοτοπίες προηγούμενων δεκαετιών, όπως δείχνει η εμμονή του να θεωρεί τον δημόσιο τομέα και την έλλειψη ανταγωνισμού αιτίες της οικονομικής στασιμότητας της Ελλάδας. Αν αυτές οι αιτιάσεις ήταν ορθές, τα μνημόνια θα είχαν απογειώσει την ελληνική οικονομία… 

Οι νέες χρηματοδοτήσεις θα λειτουργήσουν σαν φιλί ζωής για το μεγάλο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Από την άλλη, για το «99%» η ενδιάμεση έκθεση Πισσαρίδη επιφυλάσσει: Ενα νέο, κατά παραγγελία των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα που θα βαθαίνει τις κοινωνικές και εισοδηματικές αντιθέσεις στην τρίτη ηλικία. 

Μείωση των συντάξεων μέσω της αναπροσαρμογής του ποσοστού αναπλήρωσης. Επιτάχυνση των πλειστηριασμών με κριτήριο την εξυγίανση του χαρτοφυλακίου των χρεοκοπημένων τραπεζών. Αύξηση των φόρων κατανάλωσης, που αποτελούν την κατεξοχήν αντιλαϊκή φορολογία. Απελευθέρωση των απολύσεων με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας ειδικότερα μεταξύ των πιο ευάλωτων κοινωνικά ομάδων, όπως είναι όσοι βρίσκονται σε προσυνταξιοδοτικό καθεστώς. 

Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τα ανώτερα μισθοδοτικά κλιμάκια που θα κάνουν το ασφαλιστικό σύστημα ακόμη πιο άδικο. Λουκέτα και χρεοκοπίες για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αναγορεύονται κι αυτές παράγοντας οπισθοδρόμησης της οικονομίας. Στον αντίποδα των παραπάνω νεοφιλελεύθερων δογμάτων ένας μακροχρόνιος αναπτυξιακός σχεδιασμός όφειλε να ξεκινάει: πρώτον, από την ανάγκη μείωσης της ανεργίας, που συνεχίζει να κινείται σε επίπεδα ρεκόρ, χωρίς περαιτέρω ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας. Δεύτερον, από την ανάγκη απαλλαγής από την υποχρέωση εμφάνισης δημοσιονομικών πλεονασμάτων ύψους άνω του 2% έως το 2060, η οποία αποδεδειγμένα καταδικάζει την Ελλάδα σε στασιμότητα. Τρίτον, από τη στόχευση σε κλάδους και δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας (μεταποίηση αγροδιατροφικών προϊόντων, αλουμίνιο, πληροφορική κ.ά.) που θα στηριχθούν ποικιλοτρόπως.

*Ο Λεωνίδας Βατικιώτης είναι οικονομολόγος – δημοσιογράφος