Βασίλης Λέκκας: «Ως λαός ζούμε τον εμφύλιο σε όλα τα επίπεδα»

Ένα μεσημέρι με τον σπουδαίο ερμηνευτή να αφηγείται περιστατικά από την πορεία του.

Βλέπω τον Βασίλη Λέκκα να πλησιάζει το τραπέζι που κάθομαι με το ανάλαφρο βήμα του και ένα μεγάλο χαμόγελο. Σκέφτομαι ότι αυτή του η εικόνα είναι απόρροια της τρομακτικής ενέργειας που ανταλλάσσει με το κοινό στις ζωντανές εμφανίσεις του. Από τα πρώτα πράγματα που συζητάμε είναι ο νέος δίσκος που μόλις ολοκλήρωσαν με τον Γιώργο Καζαντζή (σε στίχους Θοδωρή Γκόνη, Ισαάκ Σούση, Ηλία Κατσούλη, Ναντίνας Κυριαζή, Χρίστου Παπαδόπουλου, Σοφίας Κατζούρη, Μαίρης Σταθοπούλου, Κατερίνας Σιάπαντα) με τίτλο «Κατάρτι και ατμός» που πρόκειται να κυκλοφορήσει μέσα στον μήνα. Επειτα από μερικές ερωτήσεις που του κάνω αρχίζουν να ξεχύνονται σαν χείμαρρος οι αναμνήσεις και από κάποιο σημείο και μετά απλώς ακούω και επεμβαίνω μόνο όταν θέλω να μου διευκρινίσει κάποια πράγματα. «Ετσι θα το πάμε;» ρωτάει γελώντας. «Μέχρι τώρα έχετε απαντήσει σε όλα όσα ερχόμουν να ρωτήσω» του απαντώ κοιτάζοντας τη λίστα μου. Γι’ αυτό τον λόγο η συνέντευξη που ακολουθεί έχει τη μορφή πρωτοπρόσωπης αφήγησης.

Τα τζουκ μποξ του χωριού και ο Ζαμπέτας

Γεννήθηκα στο Μητρούσι Σερρών και ενώ ήμουν ακόμη βρέφος μετακομίσαμε στο χωριό του πατέρα μου, την Κουμαριά. Η πρώτη εμπειρία που είχα με τη μουσική ήταν μέσω του τζουκ μποξ στο καφενείο του χωριού. Επαιρνα ένα φράγκο από τη γιαγιά μου, ένα από τον θείο μου, ένα από τον γείτονα και πήγαινα να ακούσω τα τραγούδια που μου άρεσαν. Τότε πρωτοστατούσαν στο παραδοσιακό τραγούδι ο Χρόνης Αηδονίδης, Θρακιώτης στην καταγωγή, η Νίτσα Τσίτρα, που τραγουδούσε μακεδονίτικα, και από κει και πέρα κυρίαρχοι στο λαϊκό τραγούδι ήταν ο Καζαντζίδης, ο Μανώλης Αγγελόπουλος και όλη αυτή η γενιά. Τα προσφυγοχώρια, όπως το δικό μας, κουβαλούσαν μνήμες από Μικρά Ασία και ακόμη θυμάμαι τους συγχωριανούς μου να τραγουδούν τα τραγούδια αυτά στα χωράφια όταν θερίζαμε.

Η πρώτη φορά που τραγούδησα μπροστά σε κοινό ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν ντυμένος τσολιαδάκι είπα το «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι ούτε ανθός στην αμμουδιά». Είχα ένα συναίσθημα που δεν μπορούσα να νιώσω σε άλλη φάση της ζωής μου. Αυτό που αισθάνεται κανείς όταν απευθύνεται ταυτόχρονα στον κόσμο αλλά και στον εαυτό του.

Στα 14 μου, την εποχή που ζούσαμε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη, πήγα μια μέρα και γράφτηκα μόνος μου σε μια μουσική σχολή. Εκεί άρχισα να μπλέκομαι με μουσικούς και να παίζουμε αριστερά δεξιά. Η πρώτη μου εμφάνιση ήταν σε μια ταβέρνα επάνω στο Επταπύργιο η οποία αν θυμάμαι καλά λεγόταν Χαραυγή. Εκεί έμεινα μια μέρα και μετά βρέθηκα να τραγουδάω σε ένα φοιτητικό στέκι, το Χρυσό Φεγγάρι, απέναντι από το τουρκικό προξενείο. Μια βραδιά με πήρε μια παρέα να με πάει στον Ζαμπέτα για να με ακούσει εκείνος που είχε τον χώρο. Και θυμάμαι τον Ζαμπέτα να με κοιτάζει και να μου λέει «μικρέ, να μην ξενυχτάς γιατί δεν θα βγάλεις γένια». Δυο βδομάδες έμεινα εκεί αλλά δυστυχώς με σταμάτησε το Τμήμα Ηθών γιατί ήμουν ανήλικος.

Από την Τζένη Βάνου στον Χατζιδάκι

Είναι ίσως η πρώτη φορά που θα το πω αυτό. Στα 17 μου έβγαλα μια σεζόν σε ένα από τα πιο μεγάλα κοσμικά κέντρα της Θεσσαλονίκης που χτίστηκε για τον Καζαντζίδη, ο οποίος ενώ είχε υποσχεθεί να εμφανιστεί, δεν πήγε ποτέ. Εκεί δούλεψα με την Τζένη Βάνου, η οποία είχε φέρει ένα πολυμελές σχήμα απ’ την Αθήνα. Ο Βαγγέλης Σειληνός είχε αναλάβει τις χορογραφίες μιας πλειάδας χορευτών και τραγουδούσαν ο Ιπποκράτης Εξαρχόπουλος, ο Τάκης Αντωνιάδης και ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Εγώ, αμούστακο και σαν κλαράκι πιτσιρίκι, έβγαινα κι έλεγα βαριά λαϊκά τραγούδια, όπως το «Μες στης Πεντέλης τα βουνά» που το έλεγε ο τεράστιος Στράτος Παγιουμτζής – τότε δεν ήξερα καν τους δημιουργούς.

Λίγες μέρες πριν από τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης ένας φίλος κιμπορντίστας μου πρότεινε να πάμε στην Αθήνα να δουλέψουμε σε έναν χώρο. Τελικά πήγα μόνος μου. Ετσι βρέθηκα στις Τζιτζιφιές, στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Γιάννης Φλωρινιώτης. Τραγουδούσαμε κάθε μέρα και γινόταν χαμός από κόσμο. Σε λίγο καιρό πήγαμε σε έναν άλλο χώρο πιο δίπλα. Ενα βράδυ ήρθαν στο μαγαζί ο Μάνος Χατζιδάκις, η Μελίνα Μερκούρη, ο Αρης Δαβαράκης και ο Ζυλ Ντασέν. Με φώναξαν στην παρέα τους και θυμάμαι τη Μελίνα να μου δίνει συνεχώς λουλούδια.

Εκείνη τη νύχτα μου είπε ο Χατζιδάκις ότι ίσως κάποια στιγμή χρειαστεί να με ακούσει. Σύντομα με κάλεσε σπίτι του και μου είπε: «Κοίταξε, ωραία τραγουδάς αλλά οι χώροι αυτοί δεν είναι για σένα». Μέσα σε λίγες μέρες έφυγα από εκεί που τραγουδούσα και πήγα και εργάστηκα σε ένα κατάστημα που πουλούσε έπιπλα στην Καλλιθέα, όπου έμενα τότε. Από εκείνη τη συνάντησή μας και μετά προσπάθησα αρκετές φορές να τον βρω στο τηλέφωνο αλλά δεν τα κατάφερνα γιατί, όπως μου είπε αργότερα, έμενε προσωρινά αλλού. Μέχρι που μια μέρα ήρθε ο ιδιοκτήτης του καταστήματος και μου είπε: «Βασίλη, σε ζητάει στο τηλέφωνο ο Μάνος Χατζιδάκις».

Με κάλεσε γιατί ήθελε να κάνει μια συναυλία μέσα στην επόμενη χρονιά, όπου θα παρουσίαζε για πρώτη φορά την «Εποχή της Μελισσάνθης». Μου παραχώρησε ένα σπίτι στο Παγκράτι που είχε μέσα πολλά προσωπικά του αντικείμενα κι εκεί αρχίσαμε να δουλεύουμε καθημερινά. Η πρώτη συναυλιακή κατάθεση του έργου, τον κύριο ρόλο του οποίου είχε η Μαρία Φαραντούρη, ορίστηκε για τις 2 Απριλίου 1980 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Ο Μάνος είχε καιρό να κάνει συναυλία και εκείνη τη βραδιά είχαν έρθει όλη η Αθήνα και ο Πειραιάς, μεγάλες προσωπικότητες.

Με το που πάω να ανοίξω το στόμα μου να τραγουδήσω αντιλαμβάνομαι ότι δεν λειτουργεί το μικρόφωνο. Δεν έχασα την ψυχραιμία μου και συνέχισα κανονικά. Ο Χατζιδάκις όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί χαμήλωσε την ορχήστρα και όλα πήγαν μια χαρά μέχρι που κυριολεκτικά στο τελευταίο κλάσμα του δευτερολέπτου, στον τελευταίο φθόγγο έκανε ένα «α» το μικρόφωνο και ξανάρχισε να λειτουργεί.

Ο Σπάθας, ο Μίκης, ο Μαρκόπουλος

Εγώ με τους Socrates ήμουν ειδωλολάτρης. Πού να φανταστώ ότι ο Γιάννης Σπάθας θα ήταν στο κοινό εκείνης της συναυλίας και πού να φανταστώ ότι μέσα σε λίγο διάστημα θα με καλούσε η Φαραντούρη να μου προτείνει να πάω στην ευρωπαϊκή περιοδεία που θα έκανε μαζί τους το 1983. Από εκείνη τη χρονιά με τον Γιάννη δουλέψαμε παράλληλα πράγματα της δισκογραφίας που καταθέσαμε έξι χρόνια μετά. Φτάσαμε μέχρι την Αφρική. Το 1984 βρεθήκαμε με τη Μαρία να τραγουδάμε στο Olympia στο Παρίσι. Εκεί τραγούδησα πρώτη φορά στο πρόγραμμα τον «Κεμάλ» και ήταν η πρώτη φορά που ηχογραφήθηκε στα ελληνικά.

Ο Γιάννης, ο Αντώνης Τουρκογιώργης και ο Νίκος Αντύπας έγιναν μέλη της ορχήστρας του Μάνου και του Μίκη στις πέντε συναυλίες που κάναμε στην Ελλάδα και την Κύπρο και είχαν στο πρώτο μέρος Χατζιδάκι και στο δεύτερο Θεοδωράκη. Εκείνη η εποχή έβγαζε μέτωπα: από τη μια οι ροκάδες, από την άλλη οι έντεχνοι λαϊκοί κ.λπ. Ολα αυτά όμως ήταν μια επίφαση. Φαντάσου ότι ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης λατρεύανε τον Σπάθα, συνυπήρχαν, αυτό δεν το ξέρει πολύς κόσμος. Στην περιοδεία που κάναμε με τον Μάνο και τον Μίκη ο Μίκης έπαιζε κάτι πολυρυθμικά θέματα που τα είχε βαφτίσει ασίκικα. Εμείς με τον Μίκη συζητούσαμε να κάνουμε επανεκτέλεση στους «Λιποτάκτες». Και πάνω σε αυτή την κουβέντα καταλήξαμε με τον Μίκη και τον Γιάννη να φτιάξουμε σε στίχους του Μιχάλη Γκανά τον δίσκο «Ασίκικο Πουλάκη».

Μια ωραία μέρα ήμουν στο Μουσείο Μπενάκη και ήρθαμε φάτσα με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος μου πρότεινε να κάνουμε κάτι μαζί. Λίγο καιρό μετά μου ζήτησε να συμμετάσχω στο έργο «Ανα-γέννηση. Κρήτη ανάμεσα σε Βενετία και Πόλη» και έπειτα κάναμε μαζί τον «Αθέατο Σφυγμό». Λίγο καιρό μετά ήρθε η συνεργασία μου με τον Γιώργο Τρανταλίδη και κάναμε τα «Κάστρα ψηλά και βουνά», από τα ωραιότερα τραγούδια που έχω πει, μια ελληνική μελωδία που μπορεί να διαχέεται σε όλη την υφήλιο.

Με τον Ανταμό τραγούδησα πριν από τρία χρόνια στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο της συνεργασίας που προέκυψε με το International Foundation for Greece το οποίο έχει μια σειρά εξαιρετικών δράσεων. Ο Ανταμό μου έδωσε πολύ χώρο, εγώ σεβάστηκα –και προφανώς όφειλα να το κάνω– την πορεία του και μου το ανταπέδωσε. Είχαμε πολύ καλή συνύπαρξη επί σκηνής και όχι μόνο. Λάτρευε τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη και μου έλεγε πόσο τυχερός είμαι που είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί τους.

Η πολιτιστική μας κληρονομιά

Το λαϊκό μας τραγούδι δυστυχώς δεν το προστατεύσαμε, το πετάξαμε σε μια διάσταση που δεν είναι ο χώρος του. Εντάχθηκε σε μια εποχή που φωτίστηκε με πολύ νέον και είχε κάτι ψεύτικο. Το βαθύ λαϊκό τραγούδι δεν κινδυνεύει. Απλώς θα πρέπει να έρχεται από γενιά σε γενιά, να βρίσκονται πάντα εκπρόσωποι και να τολμούν να το μελετούν και να το καταθέτουν. Θα πρέπει να φτάσουμε στη ρίζα που λέγεται τελετουργία του λαϊκού τραγουδιού. Να το τραγουδήσεις έτσι όπως πρέπει για να μπορέσει να μπει στη θέση που του ανήκει. Δεν είναι μαρκίζα σε μαγαζί.

Υπάρχει μια τριλογία στα τελευταία χρόνια της δισκογραφίας μου που περιλαμβάνει τα άλμπουμ «Ορθιοι», «Να σου δώσω μια να σπάσεις», που είναι μια δουλειά γύρω από τον Καζαντζίδη, και «Δρόμοι στο φως». Για μένα αυτό συμπληρώνει ένα παζλ. Με νοιάζει, με κόφτει να ολοκληρώσω μια σειρά πραγμάτων στη μουσική, να τα καταθέσω με τις δύο όψεις, με τη βιωματική αλλά και με την επίγνωση. Η σκέψη μου είναι κάποια στιγμή να μπορέσω να ολοκληρώσω μια δουλειά με δημοτικά τραγούδια.

Τις προάλλες πήγα να τραγουδήσω ένα τραγούδι του Χριστόδουλου Χάλαρη και του Κακουλίδη στην τηλεόραση, το «Του θάνατου παράγγειλα», που τραγουδούν ο μέγας Ξυλούρης κι ο μέγας Χρύσανθος. Αν αυτό το διονυσιακό πράγμα το ακούσει ο ξένος, δεν θα υποκλιθεί; Είμαστε μια χώρα τόση δα που δεν χωράει το μέγεθος των καλλιτεχνών της. Ως λαός ζούμε τον εμφύλιο σε όλα τα επίπεδα. Γιατί να μη συμφωνήσουμε ότι θα αφήσουμε πέντε πράγματα να λειτουργήσουν όπως πρέπει να λειτουργήσουν; Από κει και πέρα ας φάμε τα μουστάκια μας. Αυτή η χώρα πρέπει να έχει πολιτιστική εξωστρέφεια.

Απ’ όσα είπαμε σήμερα δεν αισθάνομαι τίποτε παλιό. Ολα αυτά γυρίζουν μονίμως στο μυαλό μου σαν ρουλέτα. Είναι σαν χρώματα που πέφτουν σε ένα μεγάλο κάδρο. Για καθέναν από εμάς ισχύει αυτό. Δικά μας είναι τα χρώματα, εμείς έχουμε και το πινέλο για να ζωγραφίσουμε τον πίνακα.

INFΟ

Ο Βασίλης Λέκκας εμφανίζεται κάθε Σάββατο στη Μουσική Σκηνή Χαμάμ (Δημοφώντος 97, Ανω Πετράλωνα). Μαζί του η Χριστιάνα Γαλιάτσου και ο σολίστας του μπουζουκιού Παναγιώτης Στεργίου

Ετικέτες