Δίκη για σενάριο Netflix: Ο εκβιασμός, το ΣΔΟΕ, οι δικηγόροι και ο «συνομιλητής» Μπαμπάμτσης

Ξεκίνησε τελικά σήμερα έπειτα από αρκετές αναβολές και διακοπές η δίκη σε δεύτερο βαθμό του καταδικασμένου πρωτόδικα για εκβιασμό Παναγιώτη Μπαμπάμτση, καθώς επίσης και ακόμη τριών προσώπων για την εμπλοκή τους στην ίδια υπόθεση εκβιασμού το 2013 της εμπόρου χρυσού, Μάρας Αναστοπούλου. Μία υπόθεση η οποία μοιάζει να ναι βγαλμένη από χώρα Λατινικής Αμερικής και που εύκολα θα γινόταν σενάριο στο Netflix, ενώ οδήγησε σε σειρά αποκαλύψεων το 2017 που προκάλεσαν πολιτικό σάλο.

Πρόκειται για την υπόθεση που είχε αποκαλύψει το Hot Doc από το 2015 στην οποία εμπλέκονται το πρώην στέλεχος του ΣΔΟΕ, Νίκος Βασιλάκος, οι δικηγόροι Ευστάθιος Καρυδομάτης και Ιωάννης Αλετράς και ο Παναγιώτης Μπαμπάτσης.

Ειδικά ο τελευταίος είχε απασχολήσει το 2017 και τη Βουλή έπειτα από δημοσιεύματα του documentonews.gr. Ο Μπαμπάτσης εμφανιζόταν σε συνομιλίες που είχε καταγράψει ο κοριός της ΕΥΠ στο πλαίσιο εισαγγελικής έρευνας, να έχει επαφές με το Λευτέρη Αυγενάκη, γραμματέα τότε της ΝΔ από τον οποίο ζητούσε… χάρες. Οι αποκαλύψεις του documentonews.gr είχαν προκαλέσει την περίοδο εκείνη πολιτικό σεισμό και σύγκρουση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στη Βουλή.

Διαβάστε επίσης: Συνεχίζεται η δίκη του καταδικασμένου για εκβιασμό συνομιλητή του Αυγενάκη

Κατά τη σημερινή συνεδρίαση στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, αρχικά υπεβλήθη ένσταση σχετικά με τη σύνθεση του Δικαστηρίου από τον συνήγορο του Μπαμπάμτση και γνωστό ποινικολόγο, Μιχάλη Δημητρακόπoυλο. Αίτημα που υποστήριξαν και οι συνήγοροι υπεράσπισης των υπόλοιπων κατηγορουμένων. Το αίτημα ωστόσο απερρίφθη αφού πρώτα διεκόπη η δίκη προκειμένου να αποφασίσουν οι δικαστές. Ακολούθησε νέα ένσταση από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων «περί έλλειψης νόμιμης κλήτευσης των κατηγορουμένων», η οποία όμως και αυτή απερρίφθη. Το αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσει η δίκη και να αρχίσει η εξέταση των μαρτύρων.

Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε ήταν ο πρώην προϊστάμενος της Γ΄ Υποδιεύθυνσης του ΣΔΟΕ, Χαράλαμπος Πασχάλης και προϊστάμενος την περίοδο εκείνητου πρωτόδικα καταδικασμένου Βασιλακου. Όπως κατέθεσε ο μάρτυρας, ο Βασιλάκος τον είχε ενημερώσει για τον έλεγχο στην εταιρεία της Αναστοπούλου το 2013, ενώ υποστήριξε πως ο ίδιος του είχε δώσει εντολή να μεταβεί, εκεί επειδή το κλιμάκιο που έκανε τον έλεγχο κωλυσιεργούσε.

Κατά τον Πασχάλη, ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε, επειδή οι τζίροι της εταιρείας ΑΓΩ ήταν πολλοί μεγάλοι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

«Ούτε ο Βαρδινογιάννης δεν κάνει τέτοιους τζίρους» κατέθεσε ο πρώην προϊστάμενος του ΣΔΟΕ.

Ο Πασχάλης περιέγραψε τα αποτελέσματα των ελέγχων στην εταιρεία και τα ευρήματα. Περιέγραψε μάλιστα με τα καλύτερα λόγια τον καταδικασμένο Πρωτόδικα Βασιλάκο ως πρόσωπο «που προχωρούσε τις υποθέσεις του δυνατά» , κάτι που κατά τον μάρτυρα είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργεί «φθόνο και ζηλοτυπία» σε βάρος του.

Ερωτηθείς από την πρόεδρο της έδρας για το αν η καταγγέλλουσα επιχειρηματίας είχε συναντηθεί με τον Βασιλάκο, ο Πασχάλης απάντησε πως «είχαν συναντήσεις», προκειμένου η Αναστοπούλου να «προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία», όπως υποστήριξε.

«Είχε ενημερωθεί ότι ζητούσαν χρήματα από την Αναστοπούλου»

Ο πρώην προϊστάμενος της Γ Υποδιεύθυνσης του ΣΔΟΕ κατέθεσε επίσης πως ο Βασιλάκος τον είχε ενημερώσει πως «κάποιοι ζητούσαν χρήματα από την Αναστοπούλου, όπως είχε πληροφορηθεί». Το σημείο αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον του εισαγγελέα της έδρας ο οποίος έθεσε απανωτά ερωτήματα στο μάρτυρα για το κατά πόσο ο ίδιος ως στέλεχος του ΣΔΟΕ είχε κάνει κάτι για τα όσα του είχε μεταφέρει ο Βασιλάκος. Η απάντηση βέβαια ήταν αρνητική.

Ο διάλογος εισαγγελέα και μάρτυρα είχε ως εξής:

«Εισαγγελέας: Ποιοι ζητούσαν χρήματα από την Αναστοπούλου;

Πασχάλης: Δεν ξέρω.

Εισαγγελέας: Μα το είπατε Πρωτόδικα.

Πασχάλης: Δεν το θυμάμαι.

Εισαγγελέας: Συγγνώμη έρχεται ο υφιστάμενός σας και σας ενημερώνει πως κάποιος ζητεί χρήματα και εσείς δεν κάνατε κάτι;

Πασχάλης: Όχι δεν διότι περίμενα να δω τη συνέχεια της υπόθεσης.»

Στη συνέχεια η πρόεδρος της έδρας ρώτησε τον Πασχάλη κατά πόσο γνώριζε τον Μπαμπάμτση. Ο μάρτυρας υποστήριξε πως δεν τον έχει δει ποτέ, ενώ υποστήριξε πως το ΣΔΟΕ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τον έλεγχο γιατί στη συνέχεια η καταγγέλλουσα επιχειρηματίας εντάχθηκε, με απόφαση του τότε γενικού γραμματέα του ΥΠΟΙΚ, Χάρη Θεοχάρη στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου για όσους καταγγέλλουν υποθέσεις διαφθοράς κρατικών υπαλλήλων. Υποστήριξε ακόμη πως η καταγγέλλουσα επιχειρηματίας είχε μία δανειακή σύμβαση με ελβετική εταιρεία την οποία όμως δεν προσκόμισε ποτέ στο ΣΔΟΕ.

«Ναι πήγαμε μαζί στο Βασιλάκο στο ΣΔΟΕ»

Στη συνέχεια ως δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο εκτελωνιστής Μιχάλης Σπυριδάκος.

Ο Σπυριδάκος υποστήριξε πως για περίπου επτά με οκτώ μήνες ήταν ο εκτελωνιστής για την εταιρεία ΑΓΩ συμφερόντων Αναστοπούλου. Ότι δηλαδή ο ίδιος είχε αναλάβει ότι είχε να κάνει με την εξαγωγή χρυσού από την εταιρεία στην Τουρκία σύμφωνα με όσα προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία.

Ο Σπυριδάκος υποστήριξε πως πράγματι μαζί με την Αναστοπούλου επισκέφτηκαν τον Βασιλάκο στο ΣΔΟΕ προκειμένου να τους πει τι θα έπρεπε να κάνουν από εδώ και στο εξής και τι παραστατικά είναι απαραίτητο να προσκομίσουν. Είχε προηγηθεί ο έλεγχος του κλιμακίου του ΣΔΟΕ στην εταιρεία ΆΓΩ και η διαπίστωση πως 16 κιλά χρυσού δεν καλύπτονταν από τα σχετικά παραστατικά της εταιρείας.

Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε πως «η Αναστοπούλου τον είχε ενημερώσει πως ο δικηγόρος της (σημείωση ο καταδικασμένος Πρωτόδικα Καρυδομάτης) την είχε ενημερώσει ότι θα έπρεπε να δώσει χρήματα για να λήξει η υπόθεση..».

Ο μάρτυρας υποστήριξε μάλιστα ότι ο ίδιος είχε πει στην Αναστοπούλου πως «ο Βασιλάκος δεν παίρνει χρήματα» και πως «τον ξέρω χρόνια ούτε καφέ δεν δέχεται ως κέρασμα».

Το σημείο αυτό προκάλεσε την παρέμβαση του εισαγγελέα της έδρας. Ο εισαγγελέας ρώτησε τον Σπυριδάκο γιατί μετέφερε όσα του είχε πει η επιχειρηματίας στον Βασιλάκο και όχι σε κάποιον άλλο υπάλληλο του ΣΔΟΕ ανώτερο του Βασιλάκου. Ο Σπυριδάκος υποστήριξε πως «είναι ένας άνθρωπος που τον ξέρει χρόνια». Ο εισαγγελέας επέμεινε και ρώτησε ξανά γιατί ο Σπυριδάκος δεν ενημέρωσε τον προϊστάμενο του Βασιλάκου, αλλά προτίμησε τον ίδιο. Με τον μάρτυρα να σημειώνει πως γνωρίζει χρόνια τον Βασιλάκο. Στη συνέχεια κατέθεσε και ο τρίτος μάρτυρας Βασίλειος Σαλιάρης, υπάλληλος του ΣΔΟΕ που συμμετείχε στο κλιμάκιο που είχε ελέγξει την εταιρεία της Αναστοπούλου.

Οι καταδίκες σε πρώτο βαθμό

Υπενθυμίζεται ότι πρωτόδικα ο Μπαμπάμτσης είχε καταδικαστεί σε οκτώ χρόνια κάθειρξη για συνέργεια σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, καθώς επίσης και ότι παρείχε συνδρομή σε παθητική δωροδοκία υπαλλήλου του υπουργείου Οικονομικών.

Πιο αναλυτικά ο δικηγόρος Καρυδομάτης έχει καταδικαστεί πρωτόδικα για το αδίκημα της απόπειρας κακουργηματικής εκβίασης καθώς επίσης και για άμεση συνέργεια σε παθητική δωροδοκία υπαλλήλου του ΥΠΟΙΚ. Ο Ιωάννης Αλετράς έχει καταδικαστεί πρωτόδικα για απλή συνέργεια σε παθητική δωροδοκία υπαλλήλου του ΥΠΟΙΚ σε βάρος του Δημοσίου και για απλή συνέργεια σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης. Σε ότι αφορά το πρώην στέλεχος του ΣΔΟΕ Λεωνίδα Βασιλάκο, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει αφορούν σε παθητική δωροδοκία και ηθική αυτουργία σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης.

Οι αποκαλύψεις του Hot Doc έξι χρόνια πριν

Το Hot Doc είχε δημοσιοποιήσει για πρώτη φορά το 2015 την υπόθεση εκβίασης της Αναστοπούλου. Η επιχειρηματίας είχε δημιουργήσει την εταιρία εμπορίας χρυσού ΑΓΩ. Η επιχείρηση παραλάμβανε κράματα πολύτιμων μετάλλων, κυρίως χρυσού και ασημιού, και τα πουλούσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην Τουρκία. Σύμφωνα με την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση για τους εμπλεκόμενους, η εταιρεία εμφάνισε πολλούς τζίρους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός αυτό τράβηξε την προσοχή του ΣΔΟΕ. Ακολούθησε έλεγχος. Ήταν 12 Νοεμβρίου του 2013 όταν κλιμάκιο του ΣΔΟΕ, επισκέφτηκε τα γραφεία της εταιρείας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε πως 16 κιλά χρυσού δεν καλύπτονταν από τα αντίστοιχα παραστατικά. Ο χρυσός κατασχέθηκε. Η επιχειρηματίας κλήθηκε σε ακρόαση προκειμένου να υποβάλλει εγγράφως της απόψεις της σε ότι αφορά τις «διαπιστωθείσες παραβάσεις».

Η συνέχεια θυμίζει χολιγουντιανή ταινία περιπέτειας σε κάποια χώρα ίσως της Λατινικής Αμερικής και όχι της Ευρώπης. Σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, λίγες μέρες μετά τον έλεγχο, η Αναστοπούλου μετέβη στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Εκεί κατήγγειλε πως ο δικηγόρος Στάθης Καρυδομάτης τον οποίο γνώριζε καθώς είχε αναλάβει προσωπική οικογενειακή της υπόθεση, την πληροφόρησε πως «υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ήρθαν σε επαφή μαζί του και του ανέφεραν πως υπήρχε τρόπος το θέμα να τακτοποιηθεί» και «να κλείσει». Υπό την προϋπόθεση ότι η επιχειρηματίας θα κατέβαλλε το κατάλληλο «χρηματικό αντάλλαγμα». Κοινώς θα «λάδωνε»

Οι όροι που είχαν θέσει στο δικηγόρο Καρυδομάτη, σύμφωνα πάντα με στο σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ήταν σαφείς. Η Αναστοπούλου έπρεπε να δώσει 500.000 ευρώ προκειμένου να κλείσει ο έλεγχος. Οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ θα της επέβαλλαν πρόστιμο μόλις 700 ευρώ και θα της επέστρεφαν το χρυσό που είχαν κατασχέσει. Δεν ήταν όμως και οι μοναδικοί όροι. Οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ θα σταματούσαν όλες «τις διενεργούμενες έρευνες σε βάρος της», «θα παρέλειπαν ελέγχους στους προμηθευτές της» και δεν θα την «ενοχλούσαν ποτέ ξανά στο μέλλον». Η απάντηση της επιχειρηματία ήταν πως μπορεί να δώσει μόλις 150.000 ευρώ. Η πρόταση δεν έγινε δεν δεκτή, αλλά τελικά η συμφωνία επετεύχθη. Η Αναστοπούλου θα έδινε 350.000 ευρώ και η υπόθεση θα έκλεινε. Ο Καρυδομάτης φέρεται μάλιστα σύμφωνα με το δικαστήριο να υποστήριξε ότι τα χρήματα προορίζονταν για τον Βασιλάκο και ένα ακόμη πρόσωπο ανώτερο από αυτόν και ειδικότερα τον τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ, Γιάννη Στασινόπουλο. Κάτι που τελικά ουδέποτε αποδείχτηκε.

«Πλήρωσε για να κλείσει η υπόθεση»

Δύο μέρες μετά η Αναστοπούλου πήγε και πάλι στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. Για δεύτερη φορά κατήγγειλε ότι δέχεται απειλές. Ότι δηλαδή «εάν δεν συνεργαστεί θα διενεργούσαν ελέγχους σε όλους τους προμηθευτές τις, ενώ εάν συνεργαζόταν θα μπορούσε να διαλέξει η ίδια προμηθευτές που θα απολάμβαναν προστασίας έναντι ελέγχων. Ακολούθησαν διάφορες συναντήσεις αλλά και συζητήσεις μεταξύ της Αναστοπούλου και του Καρυδομάτη, ο οποίος ταυτόχρονα «συνομιλούσε για το θέμα αυτό με τον Βασιλάκο και τον Μπαμπάμτση».

Στη συνέχεια η Αναστοπούλου επισκέφτηκε τα γραφεία του ΣΔΟΕ μαζί με τον Καρυδομάτη όπου και συναντήθηκε με το Βασιλάκο. Κατά την είσοδο ο Καρυδομάτης της είπε πως εάν ο Βασιλάκος της έλεγε κάτι για «σχετικό με δύο ημέρες αυτό θα ήταν το συνθηματικό» και ότι «θα μπορούσε να προχωρήσει η συμφωνία». Η συνάντηση έγινε στο γραφείο του Βασιλάκου. Ο τελευταίος αρνήθηκε «να παραλάβει τα έγγραφα που είχε φέρει μαζί της η Αναστοπούλου, λέγοντας ότι ο έλεγχος ήταν αρμοδιότητα των ελεγκτών, ενώ ο ίδιος ήταν στη διάθεσή της για τυχόν διευκρινίσεις». Την ενημέρωσε επίσης πως υπήρχε εισαγγελική παραγγελία για έρευνα της ελβετικής εταιρείας που συνεργαζόταν για ξέπλυμα μαύρου χρήματος και ότι η ίδια θα καλούνταν να δώσει απαντήσεις. Μετά τη συνάντηση ο Καρυδομάτης μετέφερε και πάλι στην Αναστοπούλου να δεχτεί την πρόταση και να καταβάλλει τα 350.000 ευρώ.

«Πάρε από εταιρείες τις Εκκλησίας»

Λίγες μέρες μετά η Αναστοπούλου επισκέφτηκε μαζί με τον εκτελωνιστή της Σπυριδάκο τον Βασιλάκο στο ΣΔΟΕ. Μία μέρα μετά συναντήθηκε και πάλι με τον Καρυδομάτη. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση ο δικηγόρος της μετέφερε πως η συμφωνία είχε τροποποιηθεί. Το ΣΔΟΕ θα κρατούσε 3 από τα 16 δεσμευμένα κιλά χρυσού. Τα υπόλοιπα θα της επιστρέφονταν μετά από πέντε εργάσιμες μέρες από τη στιγμή που οι άνθρωποι του ΣΔΟΕ θα έπαιρναν τα χρήματα. Της μετέφερε επίσης και μία σειρά από άλλα μέρη της «συμφωνίας», όπως επίσης και ότι η ίδια θα αγόραζε από εκεί και μετά χρυσό μόνο από εταιρείες που θα τις υποδείκνυαν. Εταιρείες που «προέρχονταν από την Εκκλησία». Τελικά η Αναστοπούλου δέχτηκε να καταβάλλει τα χρήματα και ειδικότερα ποσό ύψους 400.000 ευρώ. Είχε προηγηθεί η άρση του απορρήτου των επικοινωνών και παρακολουθήσεις όλων των εμπλεκόμενων προσώπων. Τα χρήματα ωστόσο ήταν προσημειωμένα και είχαν διατεθεί στην ΕΛ.ΑΣ από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι αστυνομικοί έφτασαν στο γραφείο του Καρυδομάτη. Εκεί μετέβησαν τέσσερις δικηγόροι. Μεταξύ αυτών και ο πρωτόδικα καταδικασμένος αργότερα στην υπόθεση Ιωάννης Αλετράς. Ο Καρυδομάτης παρέδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Αναστοπούλου, δίχως να γνωρίζει ότι είναι προσημειωμένα. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί συνέλαβαν όλους τους εμπλεκόμενους.