Φωτογραφικό οδοιπορικό στα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας που απαθανάτισε ο Σ. Β. Σκοπελίτης δεκαετίες πριν

Χίου 4, Μεταξουργείο (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Μια συζήτηση με τον Σ. Β. Σκοπελίτη, με αφορμή την επανέκδοση του λευκώματός του «Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά» από τις εκδόσεις Αίολος

 

«Έτσι ζητώντας την αλήθεια ήρθε ο Μεσαίων της ελληνικής αρχιτεκτονικής, οι σκοτεινοί χρόνοι. Τα γκρεμίσματα από τον πόλεμο και μετά ήταν τόσο συχνά, που δεν πρόφταινες όχι να τα σχεδιάσεις προτού εξαφανιστούν, αλλά, ούτε καν να τα φωτογραφίσεις […] Οι αξίες πέφτανε και αντικαθίσταντο από αξιοποιήσεις» σημείωνε o Γιάννης Τσαρούχης στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης του φωτογραφικού λευκώματος «Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά» (1975) του συγγραφέα και φωτογράφου Σ. Β. Σκοπελίτη.

Με την ευκαιρία της επανέκδοσης του βιβλίου από τις εκδόσεις Αίολος αναζητήσαμε τον Στέλιο Σκοπελίτη για να μιλήσουμε αναφορικά με τη χαμένη ομορφιά της πρωτεύουσας, αλλά και τη χαμένη τιμή της πολιτικής και της οικονομικής ελίτ της χώρας.

Παράλληλα, αναζητήσαμε κάποια από τα κτίρια –το αποτύπωμα του αισθητικού όνειδους των εργολάβων της χουντικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας– τα οποία πλέον έχουν αντικαταστήσει εκείνα που είχε καταγράψει ο κ. Σκοπελίτης. Σπίτια τσαπατσούλικα, μονόχνωτα, άστοργα, ή όπως γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου (1981): «[…] αφού οι άνθρωποι γίνηκαν από τσιμέντο, αλουμίνιο και πλαστικό διεθνώς, διερωτώμαι τι λόγος υπάρχει να κατοικούν σε σπίτια καμωμένα με στοργή από μάρμαρο, ξύλο, ασβέστη και κεραμίδια».

ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ
Πειραιώς 76, Μοσχάτο (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Εσωτερικός μετανάστης στην πρωτεύουσα

Γεννημένος στη Μυτιλήνη και πλέον αποτραβηγμένος σε ένα χωριό της Σύρου, ήρθε στην Αθήνα το 1962 και «περιδιάβαινα τους δρόμους της για να τη μάθω φωτογραφίζοντας, μέχρι το 1967 όταν όλα ανατράπηκαν και φάνηκε η γύμνια των πολιτικών – πλην της Αριστεράς οι οποίοι είχαν προειδοποιήσει σχετικά. Εγώ όμως συνέχιζα να φωτογραφίζω κάτω από δύσκολες οικονομικές και μη συνθήκες. Η συγκίνησή μου για τα νεοκλασικά και τις λαϊκές γειτονιές των Αθηνών ήταν σαν υπόγειο κανάλι συνάντησης με τις δύο πόλεις μου – δεν είναι άσχετο που το δεύτερο βιβλίο μου ήταν οι “Πύργοι Μυτιλήνης”». Τα «Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά» τέλειωσαν όχι στο σύνολό τους το 1975, όταν έγινε και η πρώτη τους έκδοση.

Σημαντικό ρόλο για την αντίληψή του σχετικά με τα νεοκλασικά κτίρια διαδραμάτισε ο Γιάννης Τσαρούχης. «Διδάχτηκα πολλά από αυτόν… πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Ήμουν μόλις 24 χρόνων όταν τον γνώρισα. Διαμόρφωσε το ήθος μου, τη στάση μου απέναντι στις κρίσιμες καταστάσεις και σε διλήμματα που φέρνει η “γαμημένη ζωή”, όπως γράφει ο Μπέκετ». Εκείνος του φύτεψε την ιδέα και του καλλιέργησε την ανάγκη να αρχίσει να φωτογραφίζει τα νεοκλασικά. «Πάντα μιλούσε με λύπη για την κατεδάφισή τους και για την απαίδευτη αστική τάξη που δεν γνώριζε τι είχε πετύχει» θυμάται.

Γεωργίου Ανδρούτσου 14, Κουκάκι (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Τον πρώτο χρόνο που διέμενε στην Αθήνα συχνά τον έπαιρνε μαζί του στις περιδιαβάσεις του και τον έβλεπε να φωτογραφίζει με μια απλή μηχανή νεοκλασικά και εικόνες δρόμου για να γίνουν στη συνέχεια πίνακες στο μικρό του εργαστήρι. «Με άλλα λόγια, πέρα από τη λύπη μου που τα κοιτούσα ερειπωμένα, σαν ανθρώπινες υπάρξεις σε οδυρμό, καθότι έχουν μορφή (βλέπετε να έχουν μορφή οι πολυκατοικίες και οι επαύλεις, πλην ολίγων εξαιρέσεων;), πέρα από τον θαυμασμό μου γι’ αυτά, άρχισα τη μεθοδική φωτογράφισή τους με διττό σκοπό: να διασώσω την εικόνα τους και να ωριμάσω ιστορικά ως πολίτης, ως συνειδητός κάτοικος εσωτερικής μετανάστευσης – δεν σας κρύβω βέβαια ότι εξακολουθώ να νιώθω μετανάστης».

Η αγάπη του για την αρχιτεκτονική ωστόσο μάλλον προϋπήρχε: «Αν ήταν διαφορετική η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς μου, σίγουρα θα σπούδαζα αρχιτεκτονική και –ποιος ξέρει;– ίσως σήμερα να ήμουν ένας καλός αρχιτέκτων και όχι ένας καταγραφέας κτισμάτων. Σε όποια πόλη πήγαινα φωτογράφιζα την αρχιτεκτονική της και τα νεκροταφεία της. Στα κτίσματα διακρίνεται ο τρόπος ζωής και στα νεκροταφεία η αγάπη και ο σεβασμός των ζωντανών προς τους νεκρούς. Στην αρχιτεκτονική διαβάζουμε την ιστορία τής πόλης, τον πολιτισμό της – είτε λαμπρό είτε σκοτεινό. Θα έλεγα επίσης ότι μπορούμε να διακρίνουμε αν οι κάτοικοι είναι ερωτικοί ή απαθείς» επισημαίνει ο φωτογράφος.

Ιπποκράτους 67 (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Ο Τσαρούχης υπογράφει τα εισαγωγικά κείμενα σε δυο προηγούμενες εκδόσεις του βιβλίου και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Μια άγνωστη λέξη έγινε η αφορμή για τη γνωριμία τους που τόσο καθόρισε τον Σκοπελίτη. «Ήταν την εποχή που χτιζόταν το Μουσείο Θεόφιλου στη Μυτιλήνη σε δικό του σχέδιο με δαπάνη Τεριάντ. Τότε υποκρινόμουν τον δημοσιογράφο για την τοπική (δεξιά θαρρώ) εφημερίδα “Λεσβιακός Κήρυξ”. Ενα ανοιξιάτικο βραδάκι έτυχε να παίρνω συνέντευξη από έναν Αυστριακό θεατράνθρωπο και μια άγνωστη σε ’μένα αγγλική λέξη τη μετέφρασε ο Τσαρούχης, ο οποίος καθόταν στο διπλανό τραπέζι στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Λέσβιον. Eτσι ξεκίνησε μια μακρόχρονη φιλία μέχρι τον θάνατό του. Οπου να ’ναι θα τον συναντήσω και θα του πω: “Γιάννη, λογικεύτηκα. Kι ας με αποκαλούσες ο “τρελός Σκοπελίτης”».

Πλουτοκρατία μεν, πτωχή τω πνεύματι δε

Αναρωτιέμαι εάν η πολυκατοικιοποίηση της Αθήνας και του Πειραιά, εξαιτίας του κύματος αστυφιλίας, ήταν όντως κάτι αναπόφευκτο, όπως υποστηρίζουν πολλοί «ειδικοί». O συνομιλητής μου είναι άκρως καταγγελτικός: «Αυτοί οι ειδικοί και επαΐοντες έχουν καταστρέψει τον κόσμο. Αηδίαζα, αηδιάζω όταν ακούω περί “αδήριτης ανάγκης” και περί “αξιοποίησης”. Αμόρφωτοι και απαίδευτοι εκστομίζουν τέτοια κούφια λόγια. Γι’ αυτούς τους ληστές αττικής γης και απάτριδες καταστροφείς περιβάλλοντος και “σκηνογραφικού” άστεως θα ήταν αληθινό να γραφεί ότι ήταν πέρα για πέρα αμόρφωτοι και άπληστοι όπως και οι σημερινοί κυβερνώντες».

Ο συγγραφέας και φωτογράφος Στέλιος (Σ. Β.) Σκοπελίτης

Κάπως έτσι η συζήτηση φτάνει στο κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας κτηματολογίου στη χώρα μας, θέμα που συνέβαλε σε αυτή την κατάσταση. «“Πού να τους βάλω;” λέγεται πως ρώτησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε μια υπουργική συνάθροιση πριν από τη χούντα – πριν δηλαδή από το μεγάλο ρεζιλίκι της πατρίδας μου από Νεοέλληνες χιμπατζήδες. Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη κουβέντα για κτηματολόγιο έγινε αμέσως μετά τη μεταπολίτευση από τον Θανάση Κανελλόπουλο· δεν ξεκίνησε τότε, όμως θα έπρεπε να το ξεκινούσε το ΠΑΣΟΚ, ήταν ιστορικά υποχρεωμένο.

Και τι τραγικό, η τότε κυβέρνηση έλαβε χρήματα από την Ευρώπη για να ξεκινήσει το κτηματολόγιο και οι επιτήδειοι τα έφαγαν, αλλά τους έπιασαν και τα επέστρεψαν, όχι όμως τα φαγωμένα, πάνε αυτά, τα επέστρεψαν από δικά μας χρήματα. Να γιατί σιχαίνομαι (ένας λόγος είναι μόνο αυτός) τους ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ-ιστές. Σοβαρό κτηματολόγιο ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ – αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια. Τότε έβγαινε ένας δεξιός τσιφλικάς και βροντοφώναζε βάζοντας συρματοπλέγματα: “Από εδώ μέχρι εκεί δικά μου τα στρέμματα”, “πωλούνται οικόπεδα δέκα λεπτά από την Αθήνα με νερό, τηλέφωνο και ηλεκτρικό”. Μπορούμε να τα ξεχάσουμε αυτά;».

 

Χίου 4, Μεταξουργείο (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)
Χαριλάου Τρικούπη 78 (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Στο κείμενό του για τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου τού Σ. Β. Σκοπελίτη ο Τσαρούχης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αν η Αθήνα κατεστράφη και ασχήμυνε και μετετράπη σε άθλια εργατούπολη, αυτό οφείλεται στον ιδεολογικό υλισμό της λεγόμενης αριστοκρατίας». Τον ρωτώ εάν τον βρίσκει σύμφωνο αυτή η τοποθέτηση. «Ο Τσαρούχης όταν χρησιμοποιούσε τη λέξη “αριστοκρατία” εννοούσε τη “φτωχή” πλουτοκρατία. Και βέβαια συμφωνώ: η Αθήνα εκτός από τρεις πέντε γειτονιές δεν είναι πλέον εργατούπολη αλλά μεταναστούπολη. Ας μη λέμε όμως τέτοια λόγια γιατί οι ρατσιστές και οι φασίστες μπορεί να αρχίσουν να σφάζουν άμοιρους μετανάστες. Φασίστας και πολιτισμική μνήμη είναι δύο διαφορετικά πράγματα».

Πόλεμοι, εμφύλιοι, πτωχεύσεις και δικτατορίες

Σχολιάζουμε το γεγονός ότι πρόσφατα τα υπουργεία Πολιτισμού και Περιβάλλοντος θεσμοθέτησαν Ειδική Επιτροπή Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Κτιρίων με αντικείμενο τη γρήγορη κατεδάφιση κτισμάτων προγενέστερων των τελευταίων 100 ετών. «Η κυβέρνηση αυτή ήρθε να σαρώσει, να κλέψει, να καταστρέψει, να διεκπεραιώσει με συνοπτικές διαδικασίες σκοτεινές υποθέσεις και να ξεκουμπιστεί με περιουσία για τα δισέγγονά της. Ναι, τα ετοιμόρροπα σπίτια πρέπει να κατεδαφιστούν και να κτιστούν πορνεία από τα όποια funds και από όποιες τοκογλυφικές τράπεζες.

Αβέρωφ 7 (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)

Ακούστε, να ξεχάσουμε ανεξαρτησία και ελευθερία, πρόκειται για εμετικές έννοιες, δεν υφίστανται πλέον… Σε ένα ερμάρι της Ιστορίας έμεινε ένα κομμάτι θρεπτικής μαγιάς το οποίο ξοδεύτηκε, πάει, τέλειωσε, όπως τέλειωσε και η Ελλάδα ως πνεύμα. Ρίξτε μια ματιά σε όσα γίνονται αυτή την εποχή και θα καταλάβετε τι εννοώ… Δεν θα τα παραθέσω, είναι γνωστά. Η ασχήμια επιβλήθηκε από άσχημους και ανάλγητους ανθρώπους. Αδιαφορώ· όπου να ’ναι φεύγω, πάω να συναντήσω εκείνους που στήριξαν στον ώμο τους την Ελλάδα (δεν υποστηρίζω ότι τη στήριξα). Την πατρίδα μου ρήμαξαν Νεοέλληνες αμαθείς και υβριστές. Δεν έμαθαν, δεν γνώρισαν ποτέ τι σημαίνει Ελλάδα» σχολιάζει ο συγγραφέας.

Πού αλήθεια θα έστρεφε τον φακό του εάν σήμερα φωτογράφιζε τα κτίρια της Αθήνας; «Πράγματι υπάρχουν ενδιαφέροντα κτίσματα, αλλά δεν συνιστούν ένα ρυθμό, δεν αποτελούν σύνολο πολιτείας, όπως τα νεοκλασικά συνιστούσαν μια πολιτεία σκηνογραφική. Πολλά από αυτά που θα φωτογράφιζα έχουν μορφή, ρυθμό που δικαιώνουν την τέχνη της αρχιτεκτονικής. Αλίμονο να μην είχαν χτιστεί. Ωστόσο το να κατεδαφίσεις αριστουργήματα για να χτίσεις άλλα αριστουργήματα μοιάζει με υβριστική πράξη του αρχιτέκτονα προς την αρχιτεκτονική. Τα διαμερίσματα πολυκατοικιών δεν είναι παρά προσωρινοί τάφοι. Οι περισσότεροι Αθηναίοι ζούνε σε προσωρινούς τάφους. Πόσο λυπάμαι τους μετανάστες ή πρόσφυγες που θα ζούνε σε αυτά τα κελιά καθώς οι Αθηναίοι θα μετακομίσουν στην Εύβοια· είμαστε για γέλια».

Τον ρωτώ εάν αυτός, ένας νησιώτης, αγάπησε ποτέ πραγματικά την Αθήνα. «Μόνο την Αρχαία Αγορά, την Ακρόπολη, τον λόφο Φιλοπάππου, την Πλάκα, το ιστορικό κέντρο και την οδό Φυλής. Την αγάπησα γιατί εδώ αγάπησα τις γυναίκες της ζωής μου και γιατί εδώ συνάντησα αληθινούς φίλους».

Το διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό της οικογένειας Εμπειρίκου στη Βασιλίσσης Σοφίας 45 πλέον είναι ένα αχνό αποτύπωμα στις αυλακιές της αστικής μνήμης (Σ. Β. Σκοπελίτης & Αργυρώ Αναστασίου/Eurokinissi)
Η συζήτηση φτάνει στη Σύρο όπου διαμένει. Στο κυκλαδίτικο νησί γίνεται προσπάθεια διάσωσης των αρχοντικών κτιρίων, ωστόσο οι υποσχέσεις της τωρινής κυβέρνησης δεν φαίνεται να υλοποιούνται. «Και ούτε πρόκειται, εκτός και αν αγοραστούν από τράπεζες και εγκληματικά τοκογλυφικά funds για ένα κουτί καρφίτσες και τα μετατρέψουν σε πανδοχεία για κοκαϊνομανείς. Είναι πολλά… Τα κοιτώ έτσι στωικά να αναμένουν τον οριστικό τους θάνατο, τα βλέπω να ρημάζουν και σφίγγεται η καρδιά μου. Θυμίστε μου έναν μορφωμένο υπουργό Περιβάλλοντος και έναν παιδευμένο υπουργό Πολιτισμού, οι οποίοι ελισσόμενοι κατόρθωσαν να αποφύγουν το ανάλγητο κερδοσκοπικό κράτος για να πετύχουν το ένα τρίτο από αυτά που είχαν στον νου τους – οι περισσότεροι δούλοι του κόμματος όπου ανήκαν.
Το έχω πει πολλές φορές, με την ευκαιρία το ξαναλέω: μην περιμένομε πολλά από μια κοινωνία που την αποτελούν «μαύροι» χριστιανοί, αδυσώπητοι μεταπράτες, αδαείς μικροαστοί, απαίδευτοι μεσοαστοί και μια ομάδα ληστών που υποδύονται τους επιχειρηματίες. Μην περιμένουμε πολλά από μια χώρα που ορθώθηκε εδώ και 200 χρόνια, δηλαδή λιγότερο από επτά γενιές. Τελειώνοντας θα χρησιμοποιήσω τον τίτλο ενός βιβλίου τού Γιώργου Β. Δερτιλή και θα τα καταλάβετε όλα: “Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις”. Λείπουν φυσικά οι δικτατορίες – η γενιά μου έζησε δύο: την ελληνοαμερικανική και την ελληνογερμανική. Η πρώτη με τανκς, η δεύτερη με το ευρωμάρκο, με το ίδιο ωστόσο αποτέλεσμα: τη μεγαλειώδη πτώση».
Μια πανοραμική άποψη από τα Χαυτεία και την Ομόνοια (© Σ. Β. Σκοπελίτης)

INFO

Το λεύκωμα «Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά» του Σ. Β. Σκοπελίτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αίολος

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 20/2/2022