Μπέλλου, η ρεμπέτισσα που λάτρευε τη Βέμπο

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΑΞΟΥΡΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΛΙΩΤΗ (ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ/EUROKINISSI)

Μια κουβέντα με τον Δημήτρη Χαλιώτη και τη Χριστίνα Μαξούρη για τη μουσική παράσταση με τραγούδια και ιστορίες από τη μυθιστορηματική ζωή της απροσκύνητης ρεμπέτισσας

Η Σωτηρία Μπέλλου έζησε μυθιστορηματική ζωή. Είχε πάθος με τα ζάρια και το ποτό. Φυλακίστηκε και βασανίστηκε στα υπόγεια της Μέρλιν λόγω της συμμετοχής της στο ΕΑΜ. Πήρε το όνομά της από τον παππού της, τον παπα-Σωτήρη, και από παιδάκι έψελνε μαζί του στην εκκλησία. Η ζωή, η πορεία και η καριέρα της ανέκαθεν ενέπνεαν βιβλία, παραστάσεις, μουσικούς.

Η παράσταση «Τα τραγούδια της Σωτηρίας» ξεκίνησε από μια ιδέα του δημοσιογράφου και ερευνητή Δημήτρη Χαλιώτη. Την είδαμε για πρώτη φορά στην αυλή της ταβέρνας Στο Στέκι του Ηλία στο Θησείο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και συνέχισε το ταξίδι της στο Χαμάμ στα Πετράλωνα. Αυτήν τη φορά η Χριστίνα Μαξούρη και τέσσερις εξαιρετικοί λαϊκοί μουσικοί στήνουν το πάλκο τους στο Πρώην Βιομηχανικό Πάρκο ΠΛΥΦΑ.

Συνάντησα τον Δημ. Χαλιώτη και τη Χρ. Μαξούρη στην πλατεία Αυδή και μιλήσαμε γι’ αυτήν τη «χειροποίητη» δουλειά που αγαπήθηκε πολύ από τον κόσμο. «Υπάρχει ήδη ένα εξαιρετικό θεατρικό για τη Σωτηρία Μπέλλου βασισμένο στο βιβλίο της Σοφίας Αδαμίδου “Σωτηρία Μπέλλου – Πότε ντόρτια, πότε εξάρες”.

Σκέφτηκα ότι έλειπε μια μουσική παράσταση με τραγούδια της. Δεν πρόκειται για μονόλογο, η Χριστίνα δεν υποδύεται την Μπέλλου. Ανάμεσα στα τραγούδια που παρουσιάζει φωλιάζουν ιστορίες για την ταραχώδη ζωή και για τον χαρακτήρα της» λέει ο Δημ. Χαλιώτης και η Χρ. Μαξούρη προσθέτει: «Με γοητεύει η ιδέα να τραγουδάω και να αφηγούμαι ιστορίες. Κάθε φορά που ανακαλύπτω νέα στοιχεία για τη ζωή της Σωτηρίας σκέφτομαι: μα τι ωραία τύπισσα ήταν αυτή».

Από τη φτώχεια στη δόξα και πάλι στο μηδέν

Η Σωτ. Μπέλλου έζησε πολύ γεμάτη ζωή, πέρασε από τη φτώχεια στη δόξα και επέστρεψε ξανά στο μηδέν. «Διαβάζοντας το βιβλίο της Σοφίας Αδαμίδου έμαθα πολλά για τη σχέση της με τις γυναίκες και για τη λιγότερο γνωστή πολιτική της δράση ως κομμουνίστριας. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ηταν ένα παιδί ατίθασο, δεν τη χωρούσε ο τόπος. Εφαγε πολύ ξύλο και κακοποιήθηκε από τον πρώτο της σύζυγο, με τον οποίο παντρεύτηκε στα 17 της χρόνια. Οταν επέστρεψε στο χωριό της ήταν για όλους κομμουνίστρια και βιτριολίστρια. Τα επόμενα χρόνια νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρείο, έπινε και έπαιζε ζάρια σαν να μην υπήρχε αύριο» λέει ο Δημ. Χαλιώτης.

Μιλήσαμε για τη γοητεία που εξακολουθεί να ασκεί ακόμη και στη νέα γενιά. «Είναι σαν να τραγουδάει για όλο το άδικο και το δίκιο του κόσμου μαζί. Είναι ακέραιη – όχι με την έννοια της αυστηρότητας και της σκληρότητας αλλά με την έννοια της καθολικότητας. Δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Ο,τι υπερασπίστηκε το έκανε με όλη της την ψυχή» λέει η Χρ. Μαξούρη. Ο Δημ. Χαλιώτης εξηγεί γιατί τη θεωρεί ιδιαίτερη περίπτωση στο ελληνικό τραγούδι. «Είναι η μοναδική ρεμπέτισσα την οποία ξεχώρισαν και εμπιστεύτηκαν οι νέοι συνθέτες της δεκαετίας του ’70, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Δήμος Μούτσης, ο Βασίλης Δημητρίου και αρκετοί άλλοι.

Από το Χάραμα περνούσαν όλοι οι θεατράνθρωποι της εποχής, όπως ο Σταμάτης Φασουλής, η Τζένη Καρέζη και η Αννα Παναγιωτοπούλου. Η φωνή της άλλαξε μες στα χρόνια, απέκτησε μια χροιά που δημιούργησε τρομερούς κραδασμούς. Ακούμπησε πάνω στην εποχή της και την Αριστερά, χωρίς να είναι ερμηνεύτρια συνθετών του αντιδικτατορικού αγώνα. Οταν ακούς το “Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα” ανατριχιάζεις ακόμη και σήμερα».

Η συνάντηση με τον Τσιτσάνη

Οι ιστορίες που ακούγονται στην παράσταση συνθέτουν την εικόνα της ρεμπέτισσας αλλά ταυτόχρονα μεταφέρουν και το κλίμα της εποχής στην οποία έζησε. Η Χρ. Μαξούρη ξεχωρίζει την πρώτη της γνωριμία με τον Βασίλη Τσιτσάνη: «Με ιντριγκάρει η στιγμή του ξεκινήματος. Πώς έγινε και έπεσε η μπίλια μες στο αυλάκι;

Η πρώτη συνάντηση με τον Τσιτσάνη έγινε το 1945 σε ένα ταβερνάκι στα Εξάρχεια στην οδό Μεταξά. Εκεί την άκουσε τυχαία ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης. Μόλις την ανακάλυψε ο Τσιτσάνης ξετρελάθηκε και της έγραψε δύο τραγούδια που κυκλοφόρησαν σε δισκάκι, το “Παιδί που είχες φίλο” και το “Όταν Πίνεις στην Ταβέρνα”. «Πρόσφατα έμαθα ότι τη δεκαετία του ’70, που ξανασυναντήθηκαν στο Χάραμα μετά από πολλά χρόνια, δεν συνυπήρχαν ποτέ στο πάλκο. Ανέβαιναν ξεχωριστά».

Αυτά τα κομμάτια τραγουδούσε στις ταβέρνες όταν έφτασε άφραγκη στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μόνο το κομμάτι “Αντιλαλούν οι φυλακές” της άρεσε πολύ. Προσωπικά με συγκινεί η επανεκκίνηση της δεύτερης καριέρας της τη δεκαετία του ’60. Ο Κώστας Καζάκος και η Ρηνιώ Παπανικόλα την ανακάλυψαν τυχαία να περιφέρεται σε ένα ταβερνάκι στο Μεταξουργείο. Είχε νοσηλευτεί και είχε φτάσει στα όρια της εξαθλίωσης. Πουλούσε κεριά έξω από εκκλησίες και παλιές κασέτες στο Κολωνάκι. Ενα χρόνο μετά τη συνάντηση ο επιχειρηματίας της μουσικής ταβέρνας Ωραία Νήσος Υδρα της έκανε πρόταση και έτσι επέστρεψε στο πάλκο. Ο Κώστας Καζάκος ήταν μεγάλος θαυμαστής της και τη βοήθησε με τα δισκάκια του να θυμηθεί τους στίχους των τραγουδιών της τους οποίους είχε ξεχάσει!».

INFO:

Τα τραγούδια της Σωτηρίας

Κάθε Δευτέρα στις 21:00

ΠΛΥΦΑ, Κορυτσάς 39, Βοτανικός