Οι φόβοι της Λαγκάρντ για την διεθνή οικονομία λόγω των δασμών που επέβαλαν οι ΗΠΑ σε χάλυβα και αλουμίνιο

Η Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντ δήλωσε την Πέμπτη πως φοβάται πως θα υπάρξουν αντίποινα κι αυτά θα οδηγήσουν σε εμπορικό πόλεμο μετά την απόφαση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επιβληθούν δασμοί στον χάλυβα και στο αλουμίνιο που εισάγονται στις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα επισήμανε ότι διαβλέπει κίνδυνο να υπονομευθεί η εμπιστοσύνη και να τρωθούν οι επενδύσεις.

Τοποθετούμενη κατά τη διάρκεια εκδήλωσης που οργάνωσε η εφημερίδα The Washington Post για το γυναικείο ζήτημα, η Λαγκάρντ ανέφερε ότι δεν είναι τόσο οι άμεσες οικονομικές συνέπειες των συγκεκριμένων δασμών αυτές που την ανησυχούν, όσο ο ρόλος των μέτρων αυτών ως «σκανδάλης» για την επιβολή αντιποίνων από μέρους των εταίρων των ΗΠΑ σε παγκόσμια κλίμακα.

«Είναι αυτή η κλιμάκωση που είναι καθαυτό, ή αφ’ εαυτής, επικίνδυνη — εξαιτίας των συνεπειών που θα έχει για όλες αυτές τις οικονομίες, κι επιπλέον εξαιτίας των συνεπειών που θα έχει για την εμπιστοσύνη», διευκρίνισε η Λαγκάρντ και πρόσθεσε πως το εμπόριο ήταν η μηχανή της ανάπτυξης που οδήγησε στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας τους τελευταίους μήνες.

«Η εμπιστοσύνη είναι υπερπολύτιμο αγαθό, το οποίο παίρνει καιρό να αποκτηθεί, και μπορεί να καταστραφεί εν ριπή οφθαλμού», προειδοποίησε η γαλλίδα επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. «Αν οι επενδυτές σε όλο τον κόσμο το εκλάβουν αυτό ως ένδειξη αβεβαιότητας, (ως ένδειξη) του ότι δεν ξέρεις ποτέ πού θα πάνε οι δασμοί, πόσο υψηλοί ή πόσο χαμηλοί θα είναι, σε βάρος τίνος (…), τότε θα κάνουν ένα βήμα πίσω και δεν θα επενδύσουν, θα περιμένουν, και οι συνέπειες που θα έχει αυτό για την εμπιστοσύνη μπορεί να αποδειχθούν σημαντικές».

Η Λαγκάρντ έκανε αυτά τα σχόλια αμέσως μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για την επιβολή δασμών στον εισαγόμενο χάλυβα (25%) και στο εισαγόμενο αλουμίνιο (10%). Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί θα τεθούν σε ισχύ εντός 15 ημερών, ωστόσο θα εξαιρεθούν σε πρώτη φάση από αυτούς οι βιομηχανίες του Καναδά και του Μεξικού.

ΑΠΕ-ΜΠΕ