Οι θεϊκές πενιές του Σπόρου και του Χιώτη: Προδημοσίευση από το βιβλίο «Λαϊκά πορτρέτα ΙΙ»

«Ο Σπόρος ήταν ο μοναδικός που έζησε το αμερικάνικο όνειρο χωρίς να τον_x000D_
“καταπιεί” η Αμερική. Γύρισε στην Ελλάδα νέος, “ατσαλάκωτος” και πλούσιος σε_x000D_
εμπειρίες» γράφει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Αλτής για τον θρύλο του μπουζουκιού_x000D_
Γιάννη Σταματίου στον πρόλογο του βιβλίου του «Λαϊκά πορτρέτα ΙΙ – Μεγάλοι_x000D_
σολίστες του μπουζουκιού από τη δεκαετία του ’50 / Γιάννης Σταματίου (Σπόρος) –_x000D_
Μανώλης Χιώτης» (Eκδόσεις Μετρονόμος). 

Ο μουσικός και συγγραφέας είχε την τύχη να είναι φίλος του Σταματίου και να μάθει από πρώτο χέρι την ιστορία του από τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα μέχρι τη μεγάλη δόξα που γνώρισε στην Αμερική, τότε που ζητούσαν να τον ακούσουν ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Μάρλον Μπράντο, η Ολίβια ντε Χάβιλαντ, ο Τέλλυ Σαβάλας. Τον περιγράφει ως άνθρωπο με χιούμορ και χωρίς ηλικία, παντοτινά νέο, που κατάφερε να γοητεύσει τη νύχτα της Αμερικής, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε με την ελληνική μαφία.

Όσο αλώβητος βγήκε ο Σπόρος τόσο λαβωμένος επέστρεψε ο Μανώλης Χιώτης, ο συνθέτης και δεξιοτέχνης που συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. «Σε όλη του τη ζωή έδωσε μεγάλες μάχες. Μεγάλωσε σε ένα δύσκολο περιβάλλον, στο περιθώριο. Πάλεψε, καταξιώθηκε κοινωνικά, έκανε το μπουζούκι από περιφρονημένο όργανο μόδα στους αριστοκρατικούς κύκλους. Έφτασε να θεωρείται το must της καλής κοινωνίας» γράφει ο Γιώργος Αλτής. Στο βιβλίο αυτό ρίχνει μεταξύ άλλων φως στην εποχή που ο μεγάλος συνθέτης έζησε στην Αμερική. Εκεί όπου όλα του πήγαν ανάποδα και το μόνο που του φώτιζε τον δρόμο ήταν η αγάπη του για το μπουζούκι.

Αποσπάσματα από το βιβλίο

Γιάννης Σταματίου: «Όταν είδα το Χόλιγουντ, έχοντας φύγει απ’ το Σικάγο, Γενάρη μήνα με τα χιόνια, νόμισα ότι πήγα σ’ άλλο κράτος, με φοίνικες, με πουκάμισα καλοκαιρινά, εντυπωσιάστηκα. Τι κάνω στο Σικάγο εγώ; σκέφτηκα. Μιλάμε για χιόνι δύο μέτρα. Οι πάγοι άρχιζαν τον Οκτώβρη και τελείωναν τον Απρίλη, κρύο, συννεφιές, μαυρίλες. Όταν γύρισα στο Σικάγο είπα στο αφεντικό ότι τον Μάιο θέλω να φύγω. Ήτανε εννιά αδέρφια αυτοί, οι Μπουχαλανέοι, γεννημένοι στην Αμερική, όλοι στη μαφία. “Άμα θα φύγεις” μου λέει “θα σου σπάσω τα χέρια”. “Ρε Πιτ, είναι Γενάρης, σου λέω ότι τον Μάιο θα φύγω και μου λες ότι θα μου σπάσεις τα χέρια;” Μου είπε αμερικάνικα: “Αν με πονέσεις θα σε πονέσω και εγώ”. Βλέπω ότι δεν παίρνει κουβέντα και δεν του το ξαναλέω. Αφήνω, περνάνε δυο τρεις βδομάδες, την Τρίτη είχαμε ρεπό. Δευτέρα βράδυ το αυτοκίνητο ήταν γεμάτο από τα λίγα πράγματα που είχα. Γιατί μέναμε σε επιπλωμένα δωμάτια. Είχα ένα Γκίπσον μηχάνημα, δύο όργανα και τα υπόλοιπα τσουμπλέκια. Είχα ένα αυτοκίνητο σπορ, πήγαινε με 150-160 μίλια την ώρα. Εχω σχολάσει Δευτέρα βράδυ στις 4 η ώρα, 4 και μισή έχω φύγει. Ταξίδεψα 52 ώρες, έκανα 3.500 μίλια με χάπια. Τέτοια παίρναν οι φορτηγατζήδες. Έφτασα στην Καλιφόρνια και έπιασα αμέσως δουλειά στο Χόλιγουντ μπούλβαρ επάνω. Το συγκρότημά μου έμεινε στο Σικάγο. Ξεκίνησα με τον Κομποθέκλα και ύστερα από λίγο καιρό ήρθε ο Καρακός, το κλαρίνο. Το έμαθαν και άρχισαν πάλι οι απειλές, μου ερχόντουσαν διάφορα μηνύματα με απειλές. Περπατούσα και κοίταζα γύρω μου. Τη γυναίκα μου μια φορά την απειλήσαν με ένα πιστόλι, ότι θα με σκοτώσουν. Αμα θέλανε, εξαφανιζόσουνα σε ένα λεπτό. Σε ένα μαγαζί που συχνάζαμε, ήξερα τον υπεύθυνο, ο οποίος μια φορά εξαφανίστηκε και τον βρήκαν όταν λιώσανε οι πάγοι σε έναν υπόνομο. Αργότερα μάθαμε ότι το μαγαζί ήταν της μαφίας, και ενώ τον είχαν υπεύθυνο τους έκλεβε τις εισπράξεις. Αλλά σιγά σιγά άρχισε να ξεθυμαίνει το θέμα».

Πολύ γρήγορα η φήμη του Γιάννη Σταματίου ξεπέρασε τα ελληνικά μαγαζιά και το ελληνικό ακροατήριο. Ανάμεσα στους νέους του ακροατές και ο διεθνούς φήμης κιθαρίστας Σαμπίκας (Sabicas), ο οποίος έγινε θαυμαστής του. Η Βούλα Σταματίου είπε: «Τον Μάιο του ’62 έφτασε στο Χόλιγουντ και έπιασε δουλειά στο Ντορτς, το μαγαζί της Ελένης Καπέλου. Ηταν επί της Χόλιγουντ και Λας Πάλμας γωνία. Πελάτες ήτανε ο Κάρλος Σαντάνα, ο Μπομπ Μάρλεϊ. Πολλοί περάσανε από εκεί να τον ακούσουνε. Εκεί πήγαινε συχνά και τον άκουγε ο κορυφαίος κιθαρίστας Σαμπίκας. Ενα βράδυ έπαιξε μπουζούκι ο Γιάννης και κάποια στιγμή πήρε την κιθάρα και άρχισε να παίζει. Τον χειροκροτούσε ο κόσμος και πήγε ένας και του είπε ότι θέλει να παίξει κιθάρα και κάποιος από το κοινό. Ο Γιάννης είπε ότι τώρα δεν γίνεται, αν θέλει στο τέλος της βραδιάς. Τελικά, όμως, τον πείσανε και είπε να έρθει. Ανέβηκε ο Σαμπίκας και άρχισε να παίζει. Ο Γιάννης τρελάθηκε, τον πιάσαν τα κλάματα. Τον αγκάλιασε ο Σαμπίκας και του ζήτησε να παίξουνε μαζί με τις κιθάρες. Παίξανε ισπανικά, λατινικά κομμάτια, ο κόσμος τους αποθέωσε. Στο τέλος τού είπε ο Σαμπίκας ότι ύστερα από αυτό το όργανο, εννοούσε το μπουζούκι, δεν περίμενε ότι θα έπαιζε τόσο καλή κιθάρα, ότι θα έβγαζε τόσο ωραίες αρμονίες. Ο Σαμπίκας πήγαινε πάρα πολλές φορές και τον άκουγε».

Όλο και περισσότεροι ξένοι καλλιτέχνες πήγαιναν να ακούσουν τον Γιάννη Σταματίου σε όποιο κέντρο εμφανιζόταν. Στο κέντρο Γκρίσιαν Τέρας (Grecian Terrace) συνεργάστηκε με τον πιανίστα Γιάννη Σπάρτακο. Εναν καλλιτέχνη που ο Γιάννης Σταματίου θαύμαζε πολύ. Η Βούλα Σταματίου θυμήθηκε: «Το μαγαζί το είχε ο Ηρακλής Πιπίνης, ήταν στη Λας Πάλμας. Εκεί πήγαινε και τον άκουγε ο Μάρλον Μπράντο με τη Χαβανέζα γυναίκα του, ο Γεωργιάδης, ο ηθοποιός που έπαιζε στις “Επικίνδυνες αποστολές”. Ο Γιάννης δούλευε με τον Κώστα Μυλωνάκο, τον Ησυχόπουλο και για έναν μήνα έπαιξε με τον Γιάννη Σπάρτακο. Πολύ του άρεσε ο Σπάρτακος. Μάλιστα, για να πείσουν τον Σπάρτακο να πάει στο μαγαζί, έψησε τον Ηρακλή να του αγοράσει πιάνο. Το πιάνο ήταν το αγαπημένο όργανο του Γιάννη».

Μανώλης Χιώτης, αριστοκράτης και μάγκας

Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Μανώλης Χιώτης χορεύανε το καλύτερο ζεϊμπέκικο, το πιο μάγκικο. Ο φωτογράφος Τάκης Πανανίδης στο βιβλίο του «Τα θρυλικά του ’60-’65» (Eκδόσεις Ντέφι, 2004) αναφέρει σχετικά: «Χόρευε το καλύτερο ζεϊμπέκικο της οικουμένης κατά ομολογία των ιερών τεράτων και των ειδημόνων, αλλά ποτέ στα κέντρα όπου έπαιζε. Ενα αξέχαστο απόγευμα, αφού τελείωσα στο στούντιό μου την επίσημη φωτογράφηση του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης Λίντα για τις αφίσες της Columbia, ο Χιώτης μού είπε: “Έλα το βράδυ να μας δεις στου Μοστρού στην Πλάκα. Σε προσκαλούμε”. Πήγα και όταν τελείωσαν το πρόγραμμά τους ανέβηκα στο καμαρίνι τους και ο Χιώτης μου πρότεινε: “Είσαι για ένα ξενυχτάδικο;”. Και πήγαμε με το Φίατ του Χιώτη στο τότε διάσημο ξενυχτάδικο των καλλιτεχνών, στην Πίνδο του Αλεξανδριανού, στον Ποδονίφτη. Επαιζαν επτά μουσικοί και τραγουδούσαν ο Τζουανάκος με τον Τατασόπουλο. Αφού καθίσαμε, έπειτα από λίγο η ορχήστρα άρχισε να παίζει την εισαγωγή από το “Φτωχοκάλυβο” του Χιώτη και ο Τζουανάκος ανήγγειλε: “Χορεύει ο Μανώλης”. Ο Χιώτης σηκώθηκε, πήγε στην ορχήστρα και τους σταμάτησε λέγοντάς τους κάτι σιγά. Η ορχήστρα άλλαξε τόνο και ο Τζουανάκος άρχισε να τραγουδάει αντί το “Φτωχοκάλυβο” το “Ένας αλήτης πέθανε”. Χόρεψε το μισό τραγούδι θαύμα. Και κάθισε καταχειροκροτούμενος από όλους και από τον συγκινημένο δημιουργό του τραγουδιού, τον Κώστα Καπλάνη, που καθόταν με παρέα στο παρακείμενο τραπέζι».

Για τον Χιώτη ο Γιώργος Κοντογιάννης, εκδότης του περιοδικού «Λαϊκό Τραγούδι», είπε: «Όταν αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και να μαθαίνουμε σε πλάτος και σε βάθος κάποια πράγματα ανακαλύψαμε ότι ήταν ένας από τους κορυφαίους μάγκες. Ήτανε μια παρέα, πολύ σοβαρά άτομα, με αρχηγό τον Χιώτη. Μάγκας με την έννοια του σοβαρού ανθρώπου, του έγκυρου ανθρώπου. Μάγκας, κύριος δηλαδή, συνεπής και τα λοιπά. Για να συμπληρώσω αυτό θέλω να αναφερθώ σε μια αφήγηση του Μπαγιαντέρα. Ο Μπαγιαντέρας τυφλώθηκε σε σχετικά μικρή ηλικία, κάτω από 40 χρόνων. Ο Χιώτης ένιωθε μεγάλη ευγνωμοσύνη για τον Μπαγιαντέρα και αγάπη. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι τον φρόντιζε από κάθε άποψη. Διηγούνταν ο Μπαγιαντέρας σε μια μακροσκελέστατη συνέντευξη που έχω ακούσει, γραμμένη σε κασετόφωνο πριν από χρόνια, το εξής περιστατικό: όταν τυφλώθηκε, κάποιος τον πήγε στο μπαράκι του Μάριου στην Ομόνοια. Λέει ο Μπαγιαντέρας: “Δύο άνθρωποι κλάψανε για μένα, ο Στράτος και ο Χιώτης”. Ήρθε ο Μανώλης ο Χιώτης, με αγκάλιασε και ένιωσα τα δάκρυά του στα μάγουλά μου».

Ο μπουζουξής Γιάννης Μωραΐτης είπε σχετικά: «Ο Χιώτης έκανε πολύ ωραίες εξηγήσεις. Τους παλιούς όλους, τον Μάρκο, τον Στράτο, τους χαρτζιλίκωνε. Και σε μουσικούς που ήξερε ότι δεν είχαν λεφτά τούς έδινε με τρόπο. Στην παρέα ποτέ δεν άφησε άλλον να πληρώσει. Και στον Ζαμπέτα είχε κάνει μια καλή εξήγηση όταν γύρισε από την Αμερική».

Η Μαίρη Λίντα ανέφερε ένα περιστατικό: «Τραγουδούσαμε στον Κήπο του Μουσείου, ένα θερινό μαγαζί εκεί στο Μουσείο, που η πίστα ήταν πολύ κοντά στα τραπέζια. Ελεγα εγώ μια ρομάντζα και ο Χιώτης με συνόδευε χαϊδεύοντας το μπουζούκι του. Στο πρώτο τραπέζι καθόταν ο αδερφός του Καραμανλή, ο Γραμμένος, με μια παρέα επιχειρηματιών και βιομηχάνων. Κάποια στιγμή άκουσε ο Χιώτης έναν διάλογο που έκαναν στο τραπέζι: “Κοίτα η Λίντα τι όμορφη που είναι. Τι πλατούλα είναι αυτή. Τι μπρατσάκια είναι αυτά. Τι γλυκό χαμόγελο έχει”. Τι ήταν να τους ακούσει. Πέταξε το μπουζούκι του και όρμηξε στο τραπέζι. “Τι είπατε, ρε, για τη γυναίκα μου;” Έγινε χαλασμός. Ποιος είδε τον θεό και δεν φοβήθηκε. Ηταν αληθινός άντρας. Νταής. Ηξερε να υπερασπιστεί μια γυναίκα. Να τη διεκδικεί. Να στέκεται σωστά δίπλα της και εκείνη να αισθάνεται ασφάλεια».

Info

Η παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Αλτή «Λαϊκά πορτρέτα ΙΙ – Μεγάλοι σολίστες του μπουζουκιού από τη δεκαετία του ’50 / Γιάννης Σταματίου (Σπόρος) – Μανώλης Χιώτης» (Eκδόσεις Μετρονόμος) θα γίνει την Πέμπτη 21/6 (στις 21.00) στον Ιανό (Σταδίου 24). Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Πάρις Μήτσου και Κώστας Μπαλαχούτης (δημοσιογράφος – συγγραφέας). Συνθέσεις –και ηχογραφήματα που συμμετείχαν– των Γιάννη Σταματίου και Μανώλη Χιώτη θα ακουστούν από δεξιοτέχνες του μπουζουκιού και τραγουδιστές της νεότερης γενιάς. Τιμητική συμμετοχή: ο τραγουδιστής Μανώλης Τοπάλης και ο δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Λάκης Ορφανίδης.

Είσοδος ελεύθερη