Πλάτη στους χορηγούς από το υπουργείο Πολιτισμού- Τι αλλάζει στον Αρχαιολογικό Νόμο

Με σωρεία λαθών και ύποπτων τροποποιήσεων ψηφίστηκε από την ολομέλεια της Βουλής με τις ψήφους της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ η κωδικοποίηση του υπάρχοντος αρχαιολογικού νόμου (3028/2002). Οι αντιδράσεις που έχουν προκύψει είναι έντονες καθώς από την αρχή της διαδικασίας είχαν εντοπιστεί λάθη, αβλεψίες και παραλείψεις.

Συγκεκριμένα, κραυγαλέα είναι τα σημεία μεταβολών στον κώδικα που χρησιμοποιούνται προσχηματικά για την παράνομη τροποποίηση: στο άρθρο 66 καταργούνται διατάξεις που δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις που επιτρέπουν την απαλοιφή ή την επικαιροποίηση, ενώ το άρθρο 71 καταργήθηκε συνολικά.

Το εν λόγω σχέδιο νόμου εισήχθη με διαδικασίες-εξπρές στη Βουλή γεννώντας επίσης απορία καθώς φαίνεται ότι το υπουργείο απέφυγε να παράσχει τον απαιτούμενο χρόνο για ένα τόσο κρίσιμο δημόσιο ζήτημα όπως η προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ενώ το τελικό κείμενο είχε παραδοθεί στην υπουργό Λίνα Μενδώνη στις 24.3.2021, έφτασε στη Βουλή οκτώ μήνες μετά, κατατέθηκε εσπευσμένα για κύρωση στις 9.11.2021 και η Διαρκής Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων έπρεπε να συνεδριάσει επί του θέματος μόλις μιάμιση μέρα μετά (11.11.2021) σε ακατανόητα ασφυκτική προθεσμία.

Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων στον Πειραιά- Ένα έργο, πολλά ερωτήματα [Ρεπορτάζ]

Παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ζητήσει την απόσυρση του κώδικα, η κυβέρνηση προχώρησε ακάθεκτη, εμπαίζοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τους ίδιους τους βουλευτές.

Οι περίεργες τροποποιήσεις

Οπως σχολιάζουν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, «κατά παράβαση κάθε προβλεπόμενης διαδικασίας, η κυβέρνηση προχώρησε σε απαράδεκτες τροποποιήσεις του αρχαιολογικού νόμου, μη ανεκτές νομικά και συνταγματικά, με πρόσχημα την κωδικοποίηση. Αν όμως ήθελε η κυβέρνηση να τροποποιήσει τον συνταγματικής περιωπής νόμο 3028/2002 θα έπρεπε να τον φέρει με την κανονική διαδικασία και όχι κρυφίως και με πρόσχημα την κωδικοποίηση».

Από τις ειδικές ποινικές διατάξεις του εξαιρετικής σημασίας άρθρου 66 του ν. 3028 (Παράνομη επέμβαση ή εκτέλεση έργου) αφαιρέθηκαν αναιτιολόγητα και από τα δύο εδάφιά του οι αναφορές στα άρθρα που αφορούν τα αδικήματα που λαμβάνουν χώρα σε ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους (15, 15Α, 15Β). Το άρθρο προβλέπει ότι όποιος διενεργεί –χωρίς άδεια ή υπερβαίνοντας μια άδεια– πράξη σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο, σε ιστορικό τόπο ή σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία χρόνια.

Οι παράνομες πράξεις περιγράφονται στις διατάξεις των άρθρων 10, 13, 14, 15, 17. Συγκεκριμένα τα άρθρα 15 και 17 αναφέρονται στις παρανομίες που διαπράττονται στον ενάλιο πλούτο (βλ. περίπτωση εφοπλιστή Παναγιώτη Λασκαρίδη) και στους ιστορικούς χώρους. Μετά την κατακραυγή η υπουργός παραδεχόμενη το «λαθάκι» επανέφερε με νομοτεχνική βελτίωση μόνο εν μέρει τα άρθρα αυτά και μόνο στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 66 και όχι στο δεύτερο. Προκύπτει το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να γίνονται σοβαρά λάθη σε τόσο κρίσιμα ζητήματα και αναρωτιέται κανείς εάν επρόκειτο για ηθελημένη τροποποίηση του άρθρου 66, η οποία μάλιστα δεν αναφερόταν ούτε στην αιτιολογική έκθεση.

Ρεπορτάζ: Εθνικό μουσείο σύγχρονης αδιαφάνειας (ΕΜΣΤ-ΟΔΕΜΣΤ)

Η άλλη απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη κατάργηση εντοπίζεται και στην περίπτωση της ποινικής διάταξης του άρθρου 71 (επίσης στην αιτιολογική έκθεση δεν αναφερόταν καν η απαλοιφή του!). Το άρθρο αναφέρει ότι τα κακουργήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, φθοράς, αποδοχής και διάθεσης μνημείων που αποτελούν προϊόντα εγκλήματος, της παράνομης επέμβασης ή εκτέλεσης έργου σε μνημείο, της παράνομης εξαγωγής πολιτιστικού αγαθού και της παράνομης ανασκαφής ή άλλης έρευνας για την ανεύρεση ή αποκάλυψη αρχαίων υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς εφετείου. Αφαιρώντας την αρμοδιότητα, αυτομάτως υποβαθμίζεται και η ποινική αντιμετώπιση των εν λόγω κακουργημάτων.

Η υπόθεση Π. Λασκαρίδη

Πού αποσκοπούν όμως οι fast track αλλαγές; Στον νου κάθε υποψιασμένου έρχεται η υπόθεση παράτυπης ανέλκυσης αντικειμένων από τον θαλάσσιο χώρο των Αντικυθήρων από τον Π. Λασκαρίδη τον Αύγουστο του 2020. Το Documento είχε ενδελεχώς ασχοληθεί με την υπόθεση. Με το ιδιωτικό του γιοτ ο εφοπλιστής της γνωστής οικογένειας… χορηγών ανέλκυσε από τον βυθό ένα κανόνι και μια αρχαία λίθινη άγκυρα. Το έπραξε χωρίς να έχει προηγηθεί ενημέρωση των αρμόδιων εκ του νόμου υπηρεσιών, δηλαδή της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων και του Λιμενικού. Εάν δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες της παράνομης ανέλκυσης, αναρωτιέται κανείς πού θα είχαν καταλήξει αυτά τα ευρήματα και εάν και πότε θα ενημερωνόταν το ελληνικό δημόσιο. Ο ίδιος μάλιστα όχι μόνο κατηγόρησε τις αρμόδιες υπηρεσίες για αμέλεια που δεν είχαν φροντίσει να ανασύρουν τα ευρήματα –ευθαρσώς αντιποίηση αρχής–, αλλά επιπλέον απειλούσε την έφορο με μηνύσεις (!) για συκοφάντηση.

Με την υπόθεση να βρίσκεται ακόμη προς διερεύνηση από τις εισαγγελίες Αθηνών και Πειραιά, η υπουργός Λ. Μενδώνη με δραστικές τροποποιήσεις στον αρχαιολογικό νόμο καταργεί διατάξεις που αφορούν κακουργήματα όπως η ανέλκυση αρχαίων αντικειμένων (η άγκυρα στην προκειμένη περίπτωση).

Κάτι συμβαίνει στο Πάπιγκο…Η περίπτωση του εφοπλιστή Αντώνη Λαιμού [Ρεπορτάζ]

Η Δέσποινα Κουτσούμπα, πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, μιλώντας στο Documento σχολίασε χαρακτηριστικά: «Την ημέρα που συζητιόταν στη Βουλή η κωδικοποίηση του νόμου βρισκόμουν στο Γύθειο σε δικαστήριο για έξι ανθρώπους που βούτηξαν σε αρχαίο ναυάγιο και προσπάθησαν να αποσπάσουν κάποια στοιχεία του. Το Πρωτοδικείο Γυθείου αποφάσισε να καταδικαστούν σε οκτώ μήνες για την προσπάθεια καταστροφής του αρχαίου ναυαγίου και γιατί ανέσυραν θραύσμα αρχαίου αμφορέα. Το θραύσμα ήταν απολύτως ευτελές συγκρινόμενο με ένα κανόνι και μια αρχαία άγκυρα.

Την ίδια ώρα στη Βουλή ο κώδικας της Μενδώνη είχε ξεχάσει -κατά λάθος (!)– να αναφερθεί στους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους στο άρ. 66 που αφορά τις ποινικές διατάξεις. Ενώ λοιπόν ήμουν ικανοποιημένη γιατί καταδικάστηκε μια πράξη φθοράς αρχαίου μνημείου, ταυτόχρονα σκεφτόμουν πόσο αστείο είναι το γεγονός ότι δεν γνωρίζω εάν ο Λασκαρίδης, που έπραξε κάτι σαφώς μείζονος σημασίας, θα κληθεί να απολογηθεί όπως οι έξι καταδικασθέντες του Γυθείου».

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento