Συμβουλές υγιεινής προς τους Γραικούς το 1829

Θεόδωρος Βρυζάκης, «Τυφλός τραυματίας», 1850 (Εθνική Πινακοθήκη – παράρτημα Ναυπλίου)

Συμβουλές υγιεινής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή «ιατρού και μέλους της εν Παρισίοις Ελληνικής Εταιρείας, προς χρήσιν του ελληνικού λαού».

Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Υγιεινά παραγγέλματα» (1829)

 

«Ήθελα είμαι, βέβαια, πολλά ευτυχής αν δι’ αυτού μου του μικρού πονηματίου ειμπόρουν συμβάλω κατά τι εις την ευτυχίαν και την προς τον πολιτισμόν πρόοδον της Ελλάδος» (από την εισαγωγή του βιβλίου)

 

Ηµείς το κρέας δεν ειµπορούµεν να το φάγωµεν, καθώς τα λοιπά σαρκοφάγα ζώα, χωρίς να το βράσωµεν· αυτή η εργασία το κάµνει να χωνευθή ευκολώτερα· ολιγοστεύει όµως την θρεπτικήν του δύναµιν. Το ζωµί του κρέατος, το οποίον προπαρασκευάζεται βράζοντας το κρέας µε νερόν, είναι πολλά θρεπτικόν· πλην το κρέας το οποίον εχρησίµευσε διά την κατασκευήν του ζωµιού, και το οποίον ονοµάζεται βραστόν, χάνει µέγα µέρος της θρεπτικότητός του, και γίνεται δυσπεπτότερον· διά τούτον το βραστόν δεν είναι εις µεγάλην χρήσιν· και κάµνουν πολλά καλά.

Το κρέας ψητόν είναι θρεπτικώτατον φαγητόν, διότι φυλάττει σχεδόν όλα του τα µέρη· δεν πρέπει όµως να ήναι πολλά ψηµένον· επειδή τότε η επιφάνειά του καίεται, γίνεται κάρβουνον, και εν µέρος της θρεπτικής του οσυίας εξατµίζεται. Οι Αγγλοι, οι οποίοι δεν τρώγουν σχεδόν τίποτε άλλο παρά κρέας ψητόν, διά να αποφύγουν και τα δύω αυτά άτοπα, το µισοψήνουν· και τότε το κρέας φυλάττει όλην του την θρεπτικήν δύναµιν. Είναι αληθές όµως, ότι, διά να το φάγη τις, πρέπει να ήναι Αγγλος, ή τουλάχιστον θέλει δυσκολευθή, ώστε να συνειθίση. Το καλλίτερον µαγείρευµα του κρέατος είναι το στουφφάτον, ή χριστόν (καπαµάς)· εν είδος τούτου είναι και το τζουκάλι (τζιοµπλέκι) […]. […] αυτό [το βούτυρο] όταν ήναι ολίγον δεν πειράζει· πλην όταν ήναι πολύ, καθώς ακολουθεί συχνάκις, επειδή αι γυναίκες µας νοµίζουν, ότι το πολύ βούτυρον κάµνει το φαγητόν νόστιµον, φέρει δυσπεψίας, και γίνεται βλαπτικώτατον· διά τούτο εις την χρήσιν του βουτύρου δεν πρέπει να κάµνη τις κατάχρησιν.

Οταν ήναι βιασµένος τις να πίη ακάθαρτον και σεσηπός νερόν, πρέπει να το διηθήση (αν το περάση) από εν στρώµα, ή και περισσότερα καρβούνων. […] Ενας ιατρός εσυµβούλευεν ένα φίλον του, ο οποίος ήτον εβδοµηκοντούτης, να µη κάµνη κατάχρησιν αυτού του ποτού [καφές], λέγοντάς τον, ότι είναι φαρµάκι· και εκείνος τον απεκρίθη· «Πρέπει όµως να ήναι πολλά ελαφρύ, διότι εξήκοντα χρόνοι πέρασαν αφ’ ου άρχισα να πίνω τον καφέ, και ακόµη δεν εφαρµακεύθηκα». […] Μετά το φαγί ο καφές είναι ωφέλιµος, διότι ευκολύνει την πέψιν· είανι καλόν όµως να τον πίνη τις µε ζάχαρι.

Ανίσως, αφ’ ου φάγη τις φαγητά µαγειρευµένα εις αγγεία χάλκινα, αισθάνηται πόνους εις την κοιλίαν, τον έρχωνται ναυτίαι και έµετοι, πρέπει, χωρίς αναβολήν καιρού, να διαλύση το ασπράδι δεκαπέντε αυγών εις δύω λίτρας νερόν, και να πίνη εν ποτήρι εις κάθε δύω ή τρεις στιγµάς. Αν δεν ειµπορή να εύρη ευθύς αυγά, πρέπει να πιή µίαν µεγάλην ποσότητα γάλατος· αν λείπη και τούτο, να πιή νερόν µε ζάχαρι, ή µε κοµµίδι· εν τοσούτω όµως δεν πρέπει ν’ αµελήση να κράξη τον ιατρόν, διά να µην ακολουθήση κανέν δυστύχηµα.

Είναι αναγκαίον, ευθύς όπου εδαγκάσθη τις [από λυσσασµένο σκύλο], ν’ αφήση την πληγήν ανοικτήν, διά να τρέξη το αίµα· έπειτα να την πλύνη µε άλµην, και να την καύση, χωρίς αναβολήν καιρού, µε σίδηρον τόσον καµµένον, ώστε να γένη ασπροκόκκινον, ή µε κανέν καυστικόν, ως το θειικόν οξύ (acide sulfurique), το νιτρικόν οξύ (acide nitrique), σταλάζοντάς το µέσα εις την πληγήν. Πρέπει να προσέξη τις όµως να καύση καλά όλον το βάθος και την έκτασιν της πληγής· επειδή αν µένουν µερικά µέρη χωρίς να καούν, η ασθένεια ειµπορεί ν’ αναπτυχθή.

Τα τζιµπήµατα των σφικών, µελισσών, και άλλων παροµοίων ζωυφίων, προξενούν ενίοτε πρήσµα, πολύν πόνον, ακόµη και τον πυρετόν. Εις τοιαύτας περιστάσεις, πρέπει ν’ αλείψη τις το µέρος µε ελαιόλαδον, ή καλλίτερα µε εν µίγµα δύω χλιαρίων λαδιού και ενός αµµωνιακής (Alcali volatil)· ή, αν ο πόνος ήναι υπερβολικός, ειµπορεί να βάλη τις και δύω ή τρεις βδέλλαις.

Το δάγκαµα των αραχνών (ρωγαλίδαις), αι οποίαι εις µερικούς προξενούν τόσον φόβον, δεν είναι καθόλου φαρµακερόν. Ειµπορεί να προξενήση καµµίαν φοράν µικρόν φούσκωµα και µίαν κηλίδα µελανήν· πλην αρκεί να πλύνη τις το µέρος µε ολίγον οξύκρατον.

Εν γένει, ο λαός νοµίζει, ότι εκείνοι ό,που πίπτουν εις το νερόν αποθνήσκουν διότι καταπίνουν µίαν µεγάλην ποσότητα νερού· διά τούτο έχουν και εκείνην την κακήν και ολεθρίαν συνήθειαν, να κρεµούν αυτούς τους δυστυχείς από τα ποδάρια, διά να έβγη το νερόν, ως λέγουν, ό,που κατέπιαν. Αυτή η γνώµη είναι διόλου εσφαλµένη, και δεν έχει καµµίαν βάσιν. Οταν πίπτη τις εις το νερόν, δεν αποθνήσκει διότι καταπίνει µίαν µεγάλην ποσότητα αυτού, αλλά διότι δεν εµβαίνει εις τους πνεύµονάς του ο αναγκαίος αήρ διά την ζωήν του.

Πολλάκις ηκολούθησε να ενταφιασθώσιν άνθρωποι ακόµη ζώντες· αυτό ακολουθεί µάλιστα εις τον καιρόν των επιδηµιών. Ο,τι δεν κάµνει ν’ ακολουθή συχνότερα αυτό το σκληρόν και τραγικώτατον συµβεβηκός, απ’ ό,τι εν γένει οι άνθρωποι το στοχάζονται, είναι η δυσκολία του να ειπή τις θετικώς, πότε ο άνθρωπος παύει από του να ζη· επειδή τα σηµεία τα οποία µερικοί έδωκαν ως χαρακτηριστικά του θανάτου, είναι όλα αµφίβολα. Ούτω, παραδ. χάρ., όταν ο σφυγµός και το κτύπηµα της καρδίας παύσουν εις ένα άνθρωπον, εν γένει νοµίζουν, ότι αυτός απέθανεν· αλλά την σήµερον είναι αποδεδειγµένον, ότι ειµπορεί να ζήση τις πολλάς ώρας χωρίς το παραµικρόν κτύπηµα της ακρδίας. Εν γένει, νοµίζουν, ότι η σκληρότης και το αλύγιστον του σώµατος είναι πάντοτε εν σηµείον του θανάτου· βέβαια, η τοιαύτη κατάστασις του σώµατος ειµπορεί να ήναι αποτέλεσµα του θανάτου· αλλά τούτο δεν θα ειπή, ότι πάντοτε είναι τοιούτον. […]

Το βεβαιότερον σηµείον του θανάτου είναι η σήψις· αλλ’ η κοινή του λαού υγεία δεν συγχωρεί να προσµένη τις ώστε αυτή ν’ αναπτυχθή, διά να θάψη τον αποθανόντα. […] Οταν τα περισσότερα σηµεία τα οποία εξέθεσα ευρεθούν ενωµένα, ως η έλλειψις του σφυγµού, η σκληρότης και ακαµψία των µελών, κ.τ.λ., ειµπορεί να ήναι βέβαιος τις, ότι ο άνθρωπος απέθανεν.

*To άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημέριδα Documento στις 21/3/2021