Τρία κείμενα για τον Μάνο Ελευθερίου

Δύσκολους καιρούς περνά αυτός ο τόπος και μέσα στις καταιγίδες που λυσσομανάνε στη ράχη του χάνει και έναν έναν τους ανθρώπους του που θα μπορούσαν να σκαλίσουν στα χαρτιά τους λέξεις που θα έσταζαν γλύκα, τρυφερότητα και ανθρωπιά.

Σαν τις λέξεις, τις γλυκόπικρες λέξεις του Μάνου Ελευθερίου (1938-2018) που πέθανε μοναχικά στις 22 Ιουλίου όπως μοναχικά έζησε. Ισως γιατί οι ποιητάδες έχουν μοναδικούς συντρόφους σ’ αυτήν τη ζωή τα γράμματα, τα σημεία στίξης και τις λέξεις που διώχνουν με τρόπο εγωιστικό τους ανθρώπους από δίπλα τους και κρατούν τον «υπηρέτη» τους παντοτινό και αποκλειστικό σύντροφο. Ισως πάλι γιατί η κοινωνική συνάφεια δεν ταιριάζει σε ανθρώπους που αφιερώνονται στον έμμετρο ρυθμό της ζωής. Πέθανε και ο Μάνος Ελευθερίου, λιγοστεύουν οι άνθρωποι που θα γλύκαιναν τα παθήματα αυτού του τόπου και μένουμε ενεοί να μετράμε τις χαίνουσες πληγές μας και να μην μπορούμε να τις επουλώσουμε με λέξεις ιαματικές, λέξεις σαν τις δικές του.

«Ο Θεός να σ’ έχει καλά, αγοράκι μου»

Του Θωμά Κοροβίνη

Κάθε επαφή μαζί του, κοντινή ή μακρινή, ακολουθούνταν από μιαν ευχή, μιαν ευλογία: «Ο Θεός να σ’ έχει καλά, αγοράκι μου» ‒ έτσι έκλεινε, τη νύχτα κοιμόσουν αγκαλιά μ’ έναν καταραμένο άγιο. Καταραμένος, γιατί συνειδητά έκλινε προς τα αποσυνάγωγα και τα απολωλότα. Αγιος, γιατί, παρά τα ανθρώπινα κουσούρια του, η ψυχή του ήταν πλημμυρισμένη από μιαν αδιάπτωτη καλοσύνη. Πανάξιος ομότεχνος, σοφός δάσκαλος, πραγματικός αδερφός. Το σύνολο του κοινωφελούς έργου του συνιστά μια θαυμαστή εποποιία με πρωτοτυπία, επαναστατικότητα και την ιδιότυπη εμβληματική σφραγίδα του. Συχνά η ποιητική τέχνη του έχει αγγίξει τις παρυφές της τελειότητας. Ακολουθεί άτυπα την κοσμοθεωρητική αντίληψη της διευρυμένης, οικουμενικής ρωμιοσύνης κατά τον τρόπο αναλογικώς του Ρήγα, του Μακρυγιάννη, του Ρίτσου, του Σεφέρη, του Ελύτη, με την ιδιοτυπία ότι την υπηρετεί μέσα από ένα βλέμμα πιο προσωπικό που προσδιορίζεται από ένα «μυστικό» σύμπαν που ο ίδιος βιώνει σαρκικά και πνευματικά. Είναι από τις υποδειγματικές περιπτώσεις δημιουργών καθώς η υψηλή ποιητική τέχνη του σε όλο το εύρος του πολυσχιδούς έργου του δένει αρμονικά με τη βαθύτητα της ψυχής του και τις ανάγλυφες αρετές του. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα ατίμητο δώρο για όλους μας. Η δωρεά του ήταν σπάταλη προς όλους, αφειδής σαν την ψυχή του. Θα ζεσταινόμαστε στην αγκάλη ενός λατρεμένου πνευματικού αδερφού όταν περάσουμε στην άλλη όχθη.

Ο ποιητής με το κοφτερό όπλο

Του Κώστα Βαξεβάνη

Ο Μάνος. Α, ο Μάνος, αλλά ποιος απ’ όλους; Η βυζαντινή μορφή των τραγουδιών του που άναβε κεριά-στίχους μπροστά σε έναν έρωτα αδιόρατο, απειλητικό, πάντα ανεκπλήρωτο; Ο φίλος του Μακρυγιάννη που έστηνε γλέντια στους μπαχτσέδες της εφηβείας; Ποιος Μάνος; Υπάρχει ένας δικός μου Μάνος, ένας φίλος που κρατάω μέσα μου. Που γελά σαρδόνια και σχολιάζει καυστικά, που μιλά κρύβοντας την ευαισθησία των στίχων με πειράγματα και επιτηδευμένη αφέλεια. Ηταν αρχές του 1992 όταν είχα γυρίσει από τον πρώτο μου πόλεμο, στη Βοσνία. Συναντηθήκαμε στο ουζερί Θέμιδα στην Ευελπίδων. Του είχα δείξει με μεγάλο καμάρι την ταυτότητα του πολεμικού ανταποκριτή. «Κι εγώ θα σου ανταποδώσω, θα σου δείξω τον μεγαλύτερο στιχουργό» μου είπε και μου σύστησε τον Χρήστο Κολοκοτρώνη. «Ο μεγαλύτερος όλων» επέμενε. Ολους τους έβλεπε μεγαλύτερους από τον ίδιο με μια σεμνότητα που διακρίνει τους μεγάλους. Και πάλι η δεκαετία του ’90 τον πείθω να πάμε σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια όπου τραγουδούσε η Βούλα Σαββίδη που έκανε την επανεμφάνισή της ύστερα από πολλά χρόνια. Μαζί με τον καλό μου φίλο Θανάση Παπασταθόπουλο και τον Μάνο μπήκαμε στο μπαρ. Ο Μάνος κοίταγε φοβισμένος δεξιά αριστερά και προσπερνούσε τους ανθρώπους σαν να περνούσε ανάμεσα από βράχια. Κάποια στιγμή η Σαββίδη τον ανακάλυψε και ανακοίνωσε την παρουσία του. Ο κόσμος σηκώθηκε ενθουσιασμένος και τον χειροκρότησε μανιασμένα. Ο Μάνος κρύφτηκε κάτω απ’ το καπελάκι του και με ρώτησε: «Μα πού με ξέρουν όλοι αυτοί;». Ετσι ήταν, έμφυτα σεμνός και έμφυτα μεγάλος. Ο Μάνος πορευόταν με τον δικό του, πολλές φορές φοβικό τρόπο. «Θα πεθάνω» έλεγε. «Ελα, μωρέ Μάνο, που θα πεθάνεις» ξόρκιζα τη διαρκή φοβία του. Πριν από χρόνια με πήρε τηλέφωνο. «Ακου» μου λέει, «κάτι γραπτά δικά σου που έχω, να ξέρεις έχω βάλει από κάτω το όνομά σου. Αν πεθάνω δεν θέλω να τα βρουν και να νομίζουν πως είναι δικά μου, γιατί αυτά είναι πολύ καλά». Ετσι ήταν ο Μάνος, όλοι ήταν καλύτεροι απ’ αυτόν και για τους περισσότερους είχε έναν δικό του λόγο να τους αγαπά. Οχι όλους ακριβώς, υπήρχαν δύο τρεις που απλώς τους συγχωρούσε. Οταν έβγαλα το σκάνδαλο της ΑΕΠΙ, συναντηθήκαμε στο Ψάριστον και μου έδειξε την απόδειξη είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων. Αυτός, ο στιχουργός της Ελλάδας, έπαιρνε 700 ευρώ για δικαιώματα. «Φέρ’ το, Μάνο, να τους ξεφτιλίσω» του είπα. «Αμάν, βρε παιδί μου, θα κάνεις κι άλλο πόλεμο για να σώσεις εμένα; Δεν θέλω». Φέτος στις 9 Απριλίου έστειλε την «Πόρτα της Πηνελόπης»: «Δεν έχει πια τις πρώτες τις δυνάμεις του κι ο ποιητής μαραίνεται στα χέρια αυτού του κόσμου του αχάριστου» είχε γράψει . Θα τον πάρω τηλέφωνο, σκέφτηκα, να βρεθούμε. Δεν τον πήρα όντας ανίκανος να καταλάβω για ακόμη μια φορά πως στη δύσκολη, δίκοπη ζωή η δυνατή κόψη είναι η ποίηση, αυτή είναι το όπλο. Οταν φεύγει ένας στιχουργός όπως ο Μάνος, καταλαβαίνουμε πόσο δυνατή είναι η ποίηση και μόνο τραγουδώντας στον θάνατό του. Αλλωστε «τι να σώσει και τι να πει σε καιρούς ατιμίας»!

«Τη νύχτα που’ χεις μέσα σου τη λες με τ’ όνομά σου»

Του Γιάννη Τριάντη

Για το έργο του τι να πεις; Ανήκει ήδη στα τιμαλφή της πατρίδος. Στίχοι-μάλαμα, λυρισμός χωρίς μελό και γλυκερές κοινοτοπίες. Ακριβό μετάξι και συννεφιασμένες πινελιές που «μιλούν» χαμηλόφωνα για τον ίδιο, έναν κλειστό χαρακτήρα, με κλειδωμένα σκοτεινά δωμάτια ‒ ίσως έναν «αστραφτερό Ηράκλειτο» της ποίησης και της γραφής που θα ’λεγε ο Νίκος Καρούζος…

Μονήρης μέσα στη διαρκή συνάφεια του κόσμου, με πολλούς φίλους αλλά κατ’ ουσίαν μοναχικός, χωρίς την πόζα και την επιτήδευση ενίων ποιητών. Μια παρουσία σαν κρυμμένο μυστικό σε δαντελένια κρύπτη… Να δεις πώς το λέει ο ίδιος, φωτογραφίζοντας ίσως τον εαυτό του σ’ έναν καφενέ της Ερμούπολης: «Φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά/ Τη νύχτα που ’χεις μέσα σου τη λες με τ’ όνομά σου/ Πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά»…

ΥΓ.: Ας μου επιτραπεί κάτι προσωπικό από τα χρόνια της γνωριμίας με τον Μάνο Ελευθερίου. Πήρα το θάρρος κάποια στιγμή και του είπα: «Μοιάζεις με γκρίζα ομπρέλα, διπλωμένη». Και η απάντησή του: «Ομως άμα την ανοίξεις, θα δεις ότι είναι γεμάτη τρύπες απ’ όπου μπαίνει η βροχή».

Ετικέτες