Χάρης Αθανασιάδης: Σκούρο μοβ

Φρίντα Κάλο, αυτοπροσωπογραφία με βελούδινο φόρεμα, 1926 (προσωπική συλλογή)

Στο ένα ζύγι οι τρίχες της πολιτεύτριας και στο άλλο οι αγώνες των γυναικών για τη χειραφέτησή τους. Πόσο πιο βαριά μπορεί να είναι μια τούφα από τρίχες;

«Τρίχες στη µασχάλη… ραγάδες, πανάδες… οτιδήποτε αντιαισθητικό υπάρχει πάνω τους… Ντύνονται µε oversized ρούχα και πολλές φορές ανδρικά ρούχα και όλο αυτό θέλουν να δείξουν ότι είναι φυσιολογικό. ∆εν είναι! Και δεν είναι όχι µόνο φυσιολογικό, είναι αποκρουστικό […] Γιατί προσπαθείς να µου περάσεις ότι όλο αυτό είναι κάτι πολύ όµορφο και πολύ ωραίο και πάρα πολύ φυσιολογικό; ∆εν είναι! Είναι άσχηµο. […] Ε λοιπόν µια νοσηρή µειοψηφία δεν θα καταφέρει να αλλάξει στην πλειοψηφία τα πρότυπα οµορφιάς ούτε το φυσιολογικό που έχουµε µάθει έως τώρα όλοι µας».

Αν κάτι αξίζει να προσέξουµε στην παρέµβαση της νεαρής πολιτεύτριας από τη Θεσσαλονίκη, είναι µια υπερβολική έγνοια να ορίσει τη «φυσιολογική» αισθητική ταυτότητα της γυναίκας αντιπαραβάλλοντάς τη µε µια άλλη που στιγµατίζεται ως άσχηµη, αποκρουστική και νοσηρή. Για να το πετύχει προσφεύγει στην Ιστορία, την οποία όµως φαντάζεται ως γενίκευση της προσωπικής της εµπειρίας: αυτό «που έχουµε µάθει έως τώρα όλοι µας». Αν ωστόσο νοιαζόταν να επισκεφτεί στοχαστικά το παρελθόν, ίσως µάθαινε πως ακόµη και αυτές οι δικές της πολιτικές φιλοδοξίες δεν θα αναδύονταν καν εάν κάποιες γυναίκες κάποτε δεν αµφισβητούσαν όσα τότε θεωρούνταν φυσιολογικά και ταιριαστά µε τη γυναικεία ταυτότητα.

Το µακρινό 1888 η Καλλιρρόη Παρρέν, µια 27χρονη δασκάλα και κατόπιν δηµοσιογράφος, τόλµησε να εκδώσει ένα εβδοµαδιαίο έντυπο που γραφόταν από γυναίκες και απευθυνόταν σε γυναίκες. Η Καλλιρρόη Παρρέν δεν ήταν η Ελληνίδα Έµελιν Πάνκχερστ, η Αθήνα δεν ήταν Λονδίνο. Στα τριάντα χρόνια της κυκλοφορίας της όµως η «Εφηµερίς των Κυριών» (1888-1918) πρόβαλλε µε συνέπεια και καταξίωσε ως δικαιώµατα τη µόρφωση και την εργασία των γυναικών – την έξοδό τους στη δηµόσια σφαίρα. Μέχρι τότε το βασίλειο της γυναίκας ήταν ο ιδιωτικός χώρος του σπιτιού και της οικογένειας· ο δηµόσιος ανήκε αυτονοήτως στους άντρες. Ο διαχωρισµός ταίριαζε –πίστευαν– στη διαφορετική γενετική προίκα των δύο φύλων. Ορθός λόγος, τόλµη και παρρησία οι αρετές των αντρών· ευαισθησία, αυταπάρνηση και αφοσίωση εκείνες των γυναικών. Αυτό ήταν το φυσιολογικό που όλες και όλοι είχαν µάθει έως τότε, αυτό αµφισβήτησε η Καλλιρρόη Παρρέν διαµορφώνοντας έναν ελάχιστο γυναικείο δηµόσιο χώρο.

Μέσα από αυτόν ξεπήδησαν λίγο αργότερα οι πρώτες φεµινίστριες των Αθηνών, οι δικές µας σουφραζέτες. Στα 1920 ίδρυσαν τον Σύνδεσµο Ελληνίδων υπέρ των ∆ικαιωµάτων της Γυναικός και διεκδίκησαν µαχητικά το δικαίωµα της ψήφου, που στη συγκυρία εκείνη είχε κατοχυρωθεί στις ΗΠΑ, στην Αγγλία και σε κάµποσες ακόµη ευρωπαϊκές χώρες.

∆εν ήταν ασφαλώς γυναίκες της εργατικής τάξης, δεν ήταν αγρότισσες – αυτές ήταν δέσµιες πολύ σκληρών αλυσίδων. Ήταν κόρες της λόγιας µεσοαστικής τάξης, πολύγλωσσες και κοσµοπολίτισσες, φιλελεύθερες και σοσιαλίστριες µε αισθητή ελευθερία κινήσεων: η Αύρα Θεοδωροπούλου διακεκριµένη µουσικοκριτικός, η Μαρία Σβώλου πρώτη επιθεωρήτρια εργασίας, η Ελένη Ουράνη καταξιωµένη λογοτέχνιδα, η Ρόζα Ιµβριώτη φιλόλογος και ιστορικός, η «πέτρα του σκανδάλου» στα Μαρασλειακά… Εγραφαν, οργάνωναν, πίεζαν· άγγιξαν τα όρια ανοχής της ελληνικής κοινωνίας του µεσοπολέµου. Στην κορύφωση της δράσης τους, το 1930, κέρδισαν το δικαίωµα του εκλέγειν –µα όχι του εκλέγεσθαι– µόνο για τις εγγράµµατες άνω των 30 ετών, µόνο για τις δηµοτικές εκλογές. Πενιχρά κέρδη, παντελώς αναντίστοιχα µε την τόλµη, την ενέργεια, την επινοητικότητά τους. Παρ’ όλα αυτά σηµαντικά, διότι έσπασαν το θεσµικό άβατο, άνοιξαν την πρώτη χαραµάδα για την είσοδο των γυναικών στον σκληρό πυρήνα της δηµόσιας σφαίρας: στην πολιτική.

Μεταπολίτευση, το νέο παράθυρο ευκαιρίας. Μαζί µε τη δηµοκρατία και τα κινήµατα φτάνει στην Ελλάδα ο απόηχος της Σιµόν ντε Μποβουάρ: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι». Γίνεσαι καθώς ανταποκρίνεσαι στους κανόνες και στις προσδοκίες, καθώς αναπνέεις τις νοοτροπίες που αδιόρατα σε περιβάλλουν. Μαθαίνεις να είσαι γυναίκα, µαθαίνεις το κοινωνικό σου φύλο ενόσω αυτό σφυρηλατείται στο ίδιο σου το σώµα – το σώµα είναι το σκληρό πεδίο της ιδεολογίας. Κι αν είναι να αµφισβητήσεις τον προκαθορισµένο ρόλο σου, απ’ αυτό να ξεκινήσεις.

Έτσι, πλάι σε όσα συνεχίζονταν διότι δεν είχαν τελειώσει (η ισοτιµία στη µόρφωση, την εργασία, την πολιτική) ανασύρονται τώρα και όσα έµεναν στο ηµίφως, σκεπασµένα µε το πέπλο της ντροπής: βία και κακοποίηση, αντισύλληψη και αµβλώσεις, γυναικεία σεξουαλικότητα… πολλά τα ταµπού σε µια κοινωνία στριµωγµένη στα παραδοσιακά ήθη, ξεκοµµένη –ανάµεσα στον Εµφύλιο και τη δικτατορία– από τις θερµές ευρωπαϊκές διεργασίες. Χρωστάµε πολλά στις φεµινιστικές οµάδες της µεταπολίτευσης: επεξεργάστηκαν και µεταφύτεψαν πετυχηµένα τις πιο προωθηµένες ιδέες και πρακτικές του νέου ριζοσπαστικού φεµινισµού. Χρωστάµε πολλά στις τρεις µεγάλες τότε γυναικείες κοµµατικές οργανώσεις: έφεραν το νέο οικογενειακό δίκαιο, την αποποινικοποίηση της µοιχείας και των αµβλώσεων, διέδωσαν τον νέο λόγο στις γυναίκες των λαϊκών στρωµάτων.

Ανέτρεψαν πολλά φυσιολογικά. Τόσα ώστε να µπορούν σήµερα νεαρές πολιτεύτριες να διεκδικούν επαγγελµατική αυτονοµία και πολιτική εξουσία θεοποιώντας ταυτόχρονα την πιο κραυγαλέα και επιφανειακή γυναικεία εικόνα. Ανυποψίαστες µεταφεµινίστριες σαν τις ηρωίδες του «Sex and the city».

Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.