Το «ευγενές αίμα» των… εξωγήινων Αρίων

Οι σαπρές ρίζες του ρατσιστικού λόγου που οδήγησε στον ναζισμό, στη γενοκτονική βία και στο Ολοκαύτωμα.

Του Bαγγέλη Τζούκα, Διδάκτορα Κοινωνιολογίας Παντείου, διδάσκοντος στο ΕΑΠ

Ο ρατσισμός και η ιδεολογική του εκλογίκευση έχουν μακραίωνη ιστορία. Στις πρoνεωτερικές κοινωνίες εμφανίζονταν με συμπεριφορές και στάσεις που συνδέονταν στενά με το θρησκευτικό φαινόμενο και το γενικότερο πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου η κάθε κυρίαρχη ομάδα δρούσε και προσπαθούσε να εμπεδώσει την ηγεμονία της έναντι των υπολοίπων. Τα πράγματα ήταν απλούστερα ως προς την κατάταξη των πληθυσμών σε ανώτερους και κατώτερους, στον βαθμό που οι εξουσιαστικές σχέσεις νομιμοποιούνταν, στη συνείδηση των πολλών, από την ίδια την «τάξη» του κόσμου. Περιθώρια αμφισβήτησης αυτών των δοξασιών δεν υπήρχαν, γεγονός που εξηγεί π.χ. την απόλυτη υποστήριξη του θεσμού της δουλείας ως καθόλα αποδεκτής και –κυρίως– θεμιτής κοινωνικής πρακτικής.

Με την έλευση του νεωτερικού κόσμου οι απόψεις για την κυριαρχία ορισμένων «φυλών» έναντι των υπολοίπων άρχισαν να λαμβάνουν διαφορετικό χαρακτήρα. Ακόμη και θεμελιώδεις εκπρόσωποι της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα κυρίαρχα ερμηνευτικά μοντέλα της εποχής τους για τη θεμελιώδη ανωτερότητα των λευκών Ευρωπαίων και του πολιτισμού της χριστιανικής Ευρώπης, του κόσμου δηλαδή από τον οποίο προέρχονταν. Υπήρχαν φυσικά και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών σαφείς διαμάχες για θέματα καταγωγής και μύθοι προέλευσης που επισημοποιούσαν την αντιμετώπιση του «άλλου» ως κατώτερου. Η διαμάχη για τις «δυο φυλές» στη Γαλλία, η αντιμετώπιση των εκχριστιανισθέντων μουσουλμάνων και Εβραίων στην Ισπανία, η σύγκρουση Σαξόνων και Νορμανδών στη Βρετανία κ.λπ. συνιστούσαν όψεις μιας διαδικασίας επιβολής και εμπέδωσης σαφών διαχωρισμών κυρίαρχων και κυριαρχούμενων στρωμάτων. Σταθερή και διαχρονική ήταν, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και η αντισημιτική στάση, εξαρτώμενη φυσικά πλήρως από το θρησκευτικό στοιχείο.

Σταδιακά η επαφή των Ευρωπαίων με τους ιθαγενείς πληθυσμούς των άλλων ηπείρων καθιστούσε απολύτως ορατό το ενδεχόμενο να θεωρηθούν οι τελευταίοι οπισθοδρομικά όντα που απαιτούσαν «ειδική μεταχείριση». Οι εξελίξεις στην αμερικανική ήπειρο ήδη από την εποχή της ανακάλυψής της, στα τέλη του 15ου αιώνα, επιβεβαίωναν την ανυπαρξία ανοχής και σεβασμού απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς. Το εκτεταμένο δουλεμπόριο από την Αφρική διαδραμάτιζε αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή των ισορροπιών, καθιστώντας τους μαύρους σκλάβους κοινωνική κατηγορία άνευ δικαιωμάτων. Την κατάσταση επιδείνωναν οι πολιτικές των αποίκων αλλά και συνεχόμενες εκστρατείες εναντίον των Ινδιάνων (τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια Αμερική). Αποτέλεσμα όλων αυτών των διαδικασιών ήταν η παγίωση μιας αυστηρής πολιτικής διακρίσεων εις βάρος των κυριαρχούμενων φυλών, αλλά και ένας σαφής διαχωρισμός στο εσωτερικό των κυρίαρχων λευκών ανάμεσα στους κατεξοχήν «καθαρούς»» (π.χ. WASP – λευκός Αγγλοσάξονας προτεστάντης στη Βόρεια Αμερική) και τους λιγότερο «καθαρούς» (π.χ. μετανάστες από τον μεσογειακό νότο και την Ανατολική Ευρώπη, απόγονοι μεικτών γάμων με «αλλόφυλους» κ.λπ.).

19ος, η εισαγωγή στον αιώνα των άκρων

Σε κάθε περίπτωση, ο 19ος αιώνας υπήρξε αποφασιστικός ως προς τη συστηματοποίηση δογμάτων που εμφανίζονταν προηγουμένως σε πρωτόλεια μορφή. Πάμπολλοι διανοητές της εποχής υιοθετούσαν ξεκάθαρα απόψεις που έκαναν λόγο για φυσική και αναπόφευκτη ταξινόμηση των ανθρώπινων φυλών. Σημαντικό ρόλο στην κυριαρχία ενός ιδιάζοντος πρωτοναζισμού διαδραμάτιζαν και οι ρατσιστικές θεωρίες που είχαν εκφράσει διαδοχικά συγγραφείς όπως ο Αρτίρ ντε Γκομπινό (Arthur de Gobineau) και ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain), οι οποίες έκαναν λόγο για την ανωτερότητα της «άριας Φυλής» έναντι των υπολοίπων, αλλά και η ανάδυση του λεγόμενου «κοινωνικού δαρβινισμού».(1) Οι απόψεις αυτές ήταν ευρύτατα διαδεδομένες σε ποικίλα πνευματικά περιβάλλοντα, γεγονός που οπωσδήποτε συνδέεται και με τη δεδομένη την εποχή εκείνη γιγάντωση της αποικιοκρατίας και την αντιμετώπιση των κατοίκων των αποικιοκρατούμενων χωρών ως πολιτισμικά και φυλετικά κατώτερων.(2)



Οι όροι «Αριος» και «Αριοι» εισάχθηκαν στο σύγχρονο λεξιλόγιο από κορυφαίους εκπροσώπους των γερμανικών γραμμάτων, όπως ο Φρειδερίκος Σλέγκελ. Στη βάση των δογμάτων που άρχισαν σταδιακά το 19ο αιώνα να γνωρίζουν ευρύτατη αποδοχή κυρίαρχες ήταν οι θεωρίες της «ινδοευρωπαϊκότητας» και της «ινδογερμανικότητας», που έκαναν λόγο για την προέλευση ουσιαστικά της κυρίαρχης λευκής φυλής από τα υψίπεδα της κεντρικής Ασίας αλλά και την κατάταξη των φυλών σε κλίμακες αξιολόγησης. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια ανιστορική κατασκευή στην οποία συγχέονταν (σκόπιμα ή μη) γλωσσολογικές, εθνολογικές κ.λπ. διαφορές ή ταυτίσεις προκειμένου να εξαχθεί το συμπέρασμα για την ύπαρξη, στο απώτατο παρελθόν, μιας προγονικής κοινότητας απαράμιλλου κάλλους, πνευματικής και σωματικής υπεροχής.


Σταδιακά ολόκληροι κύκλοι διανοουμένων, τμήματα της ακαδημαϊκής και πνευματικής ελίτ, άρχισαν να σαγηνεύονται από τις δοξασίες αυτές, στις οποίες μάλιστα επεδίωκαν να αποδώσουν και τα χαρακτηριστικά επιστημονικών δογμάτων. Αναφερόμαστε άλλωστε στην εποχή του κεφαλαίου, των βιομηχανικών επαναστάσεων, των μεγάλων επιστημονικών ανακαλύψεων, των εφευρέσεων και της επέκτασης της Ευρώπης σε όλο τον κόσμο. Βασική θέση ήταν η αποδοχή της ανωτερότητας της λευκής φυλής και η καθημερινή της επιβεβαίωση από τους θριάμβους της αποικιοκρατίας και την ενοποίηση του κόσμου που επιχειρούσαν οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η υπεροχή αυτή θεωρούνταν ότι οφείλεται σε φυλετικούς λόγους. Οταν αυτοί δεν επαρκούσαν, υπήρχαν εξάλλου και τα πολυβόλα γκάτλινγκ και οι πρώτες γενοκτονίες εναντίον των θεωρούμενων υποδεέστερων, των Αφρικανών και των Ασιατών.

Οι Γερμανοί π.χ. στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν και αυτοί την αποικιακή τους αυτοκρατορία διέπρεψαν και στο κομμάτι αυτό, ειδικά με την περίπτωση των Αφρικανών Χερέρο, σε μια ξεκάθαρη περίπτωση άσκησης γενοκτονικής βίας έναντι ενός πληθυσμού που θεωρούνταν απολύτως αναλώσιμος. Σε τελική ανάλυση η όλη προβληματική γύρω από το ζήτημα των φυλετικών σχέσεων συνοψιζόταν στην περίφημη φράση του διάσημου Βρετανού λογοτέχνη Ράντγιαρ Κίπλιγκ για το «φορτίο του λευκού ανθρώπου» (white man’s burden) να εκπολιτίσει τον κόσμο, να καθυποτάξει τους «βάρβαρους» και να κυριαρχήσει σε πλανητική κλίμακα. Η συνακόλουθη επέλαση του κοινωνικού δαρβινισμού, αποτέλεσμα της τρομερής εντύπωσης που προκάλεσαν οι θεωρίες του Βρετανού φυσιοδίφη – βιολόγου, ουσιαστικά εξέφραζε όλη αυτή την απόπειρα να εκλογικευτεί με τεχνικούς όρους η αγεφύρωτη αντίθεση που θεωρούνταν ότι υπήρχε ανάμεσα σε «πολιτισμένους» και «απολίτιστους». Η εποχή άλλωστε ευνοούσε πλήρως την απόπειρα επιστημονικής πλαισίωσης ακόμη και των πλέον αντιδραστικών ιδεολογικών ρευμάτων που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.





Οι κύκλοι όμως των «θεσμικών» διανοουμένων δεν ήταν οι μόνοι που ενστερνίζονταν τέτοιου είδους απόψεις. Ακόμη πιο παράδοξες και σκληροπυρηνικές αντινεωτερικές δοξασίες διακινούνταν ευρέως από άτομα και οργανώσεις ενός ιδιάζοντος ημιπεριθωριακού περιβάλλοντος. Ετσι, π.χ., ήδη από τα τέλη του 19oυ αιώνα διάφορες εταιρείες, αδελφότητες και ενώσεις, κάποιες εκ των οποίων προσέγγιζαν τον μυστικισμό, διακινούσαν απόψεις αυτού του τύπου στη Γερμανία και την Αυστρία.(3) H ίδρυση και συγκρότηση αυτών των εταιρειών δεν ήταν βεβαίως αποκλειστικά κεντροευρωπαϊκό φαινόμενο. H αναβίωση του αποκρυφισμού και του εσωτερισμού στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν φαινόμενο με μεγάλη διάδοση σε χώρες όπως η Βρετανία και η Γαλλία, γεγονός που συνδέεται αφενός με μια ορισμένης μορφής αντίδραση στην εργαλειακή ορθολογικότητα και τη βιομηχανοποίηση της νεωτερικής κοινωνίας και αφετέρου με την εκκοσμίκευση και την υποχώρηση των παραδοσιακών θρησκευτικών δογμάτων.(4)

Στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση η άνοδος της λεγόμενης αριοσοφίας, ενός νεοπαγανιστικού δόγματος που διακινούνταν μέσω μυστικών εταιρειών, στις οποίες πρωτοστατούσαν οι Αυστριακοί Γκουίντο φον Λιστ (Guido von List) και Γιοργκ Λαντς φον Λίμπενφελς (Jörg Lanz von Liebenfels), οι οποίες διατηρούσαν σχετική αυτονομία.(5) O σύγχρονος αναγνώστης πιθανόν να εκπλήσσεται συνειδητοποιώντας την ύπαρξη τέτοιων δοξασιών και –περιθωριακών έστω– ομάδων που τις διακινούσαν στον κεντροευρωπαϊκό χώρο. Είναι πάντως γεγονός ότι η αλλόκοτη και παράδοξη πολλές φορές βιογραφία των ηγετών αυτών των κινήσεων ερμηνεύει σε κάποιο βαθμό την άνοδο του πρωτοναζισμού. Ο Γκουίντο φον Λιστ, ο οποίος γεννήθηκε το 1848 στη Βιέννη, ήταν ο κύριος εισηγητής της θρησκείας του «βοτανισμού» (wotanism), μιας μορφής αναβίωσης της αρχαίας γερμανικής θρησκείας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον ίδιο στην αναζήτηση του νοήματος και του συμβολισμού των ρούνων, παλαιών επιγραφικών συμβόλων της βόρειας και δυτικής Ευρώπης. Η επιρροή του Λιστ άρχισε να αυξάνεται την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, γεγονός που τεκμηριώνεται με την ίδρυση από ορκισμένους υποστηρικτές του της λεγόμενης Εταιρείας Λιστ. Η εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε στη Βιέννη το 1908, προσέλκυσε εύπορα μέλη, τα οποία προέρχονταν από τα μεσοαστικά στρώματα της Αυστρίας, γεγονός που αποδεικνύει τη διάδοση αυτών των θεωριών σε εγγράμματα τμήματα του πληθυσμού. Ο Λιστ πέθανε το 1919, έχοντας διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο στη διάδοση ακραίων θεωριών που προωθούσαν τον παγγερμανισμό και εξυμνούσαν την «άρια φυλή».

Από την άλλη πλευρά, ο Λαντς φον Λίμπενφελς, ο οποίος γεννήθηκε το 1874 στη Βιέννη, είχε αρχικά ενταχθεί στο καθολικό τάγμα των κιστερκιανών. Μετά την εκδίωξή του από τους κιστερκιανούς στράφηκε απόλυτα στον φυλετικό μυστικισμό και το 1907 ίδρυσε το Τάγμα του Νέου Ναού (Ordo Novi Templi), μια εσωτεριστική εταιρεία οργανωμένη γύρω από τις ρατσιστικές και αντισημιτικές αρχές του. Ο Λίμπενφελς ήταν απόλυτα πεπεισμένος για την υπέρτερη εξωγήινη καταγωγή των Αρίων, τους οποίες αντιπαρέθετε στις θεωρούμενες κατώτερες φυλές, με τις οποίες όμως ένα τμήμα των πρώτων ήρθε μεταγενέστερα σε επιμειξία. Οι πολιτικές που, σύμφωνα με τον Λίμπενφελς, έπρεπε να ακολουθήσουν οι απόγονοι των Αρίων προκειμένου να μην παρακμάσουν εντελώς περιστρέφονταν αναγκαστικά γύρω από γενοκτονικά σχέδια. Ο Λίμπενφελς πέθανε το 1954 στη Βιέννη και θεωρείται χαρακτηριστική περίπτωση των πιο ακραίων υπερασπιστών μιας νέας «άριας» θρησκείας με ξεκάθαρα νεοπαγανιστικά χαρακτηριστικά.

Από την άποψη αυτή, είναι απολύτως ενδεικτικές οι περιπτώσεις των συγκεκριμένων πρωτεργατών της αριοσοφίας, ανθρώπων που επεδίωκαν να προβάλλουν για τον εαυτό τους, τρόπον τινά, μια υποτιθέμενη και αμφιλεγόμενη αριστοκρατική καταγωγή που να συνάδει με τις ιδέες τους περί «ευγενούς αίματος». Οι επονομαζόμενοι αριοσοφιστές ασκούσαν με τα έργα τους επιρροή σε τμήματα του πληθυσμού που επεδίωκαν να βρουν απαντήσεις στα πολλαπλά διλήμματα που συνόδευαν τον ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό προσφεύγοντας σε ψεύδοϊστορικά και μυθολογικά σχήματα ερμηνείας της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας.(6) Η σημαντική διαφορά από άλλες αποκρυφιστικές ενώσεις που ασκούσαν επιρροή την περίοδο εκείνη ήταν βέβαια η απόλυτη έμφαση που δινόταν στον φυλετισμό, τον παγγερμανισμό και τον ακραίο αντισημιτισμό.

Είναι πραγματικά δύσκολο να συνοψίσει κανείς την ουσία των θεωριών αυτών, που προέρχονταν στην πραγματικότητα από μια σύζευξη ιδεών του κλασικού ευρωπαϊκού ρατσισμού περί ανωτερότητας της «άριας φυλής» με τη θεοσοφία, το εσωτεριστικό κίνημα που είχε εγκαινιάσει η Ελένα Πετρόβνα Mπλαβάτσκι (Helena Petrovna Blavatsky) στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. (7)

Οι κεντρικές αναφορές των δογμάτων αυτών σχετίζονται με την υποτιθέμενη παρακμή, σε μια γραμμικού τύπου πρόσληψη της ιστορίας, ανώτερων φυλών και με την ανάδυση κατώτερων, γεγονός που οδηγεί νομοτελειακά στην κατανόηση του σύγχρονου κόσμου ως κατεξοχήν εκφυλισμένου. Προκειμένου να υποστηριχτούν οι θεωρήσεις αυτές, οι αριοσοφιστές συγκρότησαν εσωτεριστικές ενώσεις παρόμοιου τύπου με των ελευθεροτεκτόνων. Ενδεικτική για τον προσανατολισμό τους είναι η ύλη του περιοδικού Οστάρα (Ostara), εκδότης του οποίου ήταν ο Λίμπενφελς, εισηγητής και του όρου «αριοσοφία».(8) Στο περιοδικό λοιπόν υπήρχαν άρθρα για την αρχαία γερμανική θρησκεία, τον φυλετικό «εξαγνισμό» διαμέσου της εξολόθρευσης των «κατώτερων» φυλών και την αναγκαιότητα καταστροφής της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού και του φεμινισμού. Ιδιαίτερος ρόλος αποδιδόταν στην αποφυγή της φυλετικής επιμειξίας, κατεξοχήν υπαίτιας για τον εκφυλισμό των ανώτερων φυλών.

Στη λογική αυτή η γυναίκα θεωρούνταν αδύναμος κρίκος, καθώς η διαχείριση εκ μέρους της μιας ορισμένης σεξουαλικής ελευθεριότητας οδηγούσε αναπόφευκτα, σύμφωνα με τις θεωρήσεις αυτές, σε «νόθευση του αίματος» μέσω των συνευρέσεών της με «κατώτερα όντα». Προκειμένου μάλιστα να προσελκύσει κοινό, το περιοδικό δεν δίσταζε να παραθέτει σχέδια με γυναίκες που έπεφταν θύματα σεξουαλικών επιθέσεων από τερατώδεις μορφές «υπανθρώπων», με τρόπο που παραπέμπει στην επονομαζόμενη παλπ (pulp) παραλογοτεχνία της Αμερικής.(9) Βασικός στόχος, σύμφωνα με την αρθογραφία του περιοδικού, παρέμενε βέβαια η αναβίωση της κυρίαρχης «άριας φυλής» και η εκμηδένιση των θεωρούμενων ως φυλετικά κατώτερων.(10)

Αυτοί οι σκαπανείς της αναβίωσης των παγανιστικών παραδόσεων της «νορδικής» φυλής και των πρωτογερμανικών θεοτήτων θεωρούσαν λοιπόν ευκταία την ανατροπή των σύγχρονων δογμάτων της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, την οποία συνέδεαν αναφανδόν με τη δημοκρατία, τον σοσιαλισμό, τον ειρηνισμό, τον φιλελευθερισμό κ.λπ., δηλαδή με τα θεωρούμενα από τους ίδιους δεινά του σύγχρονου κόσμου. Οπως όμως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πολ Ρόλαντ:

Στην πραγματικότητα οι αριοσοφιστές δεν ήταν παρά μια κλίκα από ιεροφάντες ελιτιστές με όνειρα ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος γεμάτα από εικόνες ευγενών της υπαίθρου και ιπποτών που τα μόλυνε όμως ένας λυσσαλέος ρατσισμός. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως το αντιχριστιανικό αίσθημα που ήταν διαδεδομένο ανάμεσα στους ναζί είχε την προέλευσή του στον Φον Λιστ, ο οποίος κατηγορούσε την πρώιμη χριστιανική Εκκλησία ότι είχε καταδιώξει και εξευτελίσει τη θρησκεία των Αρμάνων, παρουσιάζοντας τις θεότητές τους ως σατανικές και εξορίζοντάς τους από τη Γερμανία.(11)

Φυσικά, θα ήταν παρακινδυνευμένο να θεωρήσει κανείς ότι οι περιθωριακές αυτές ομάδες ασκούσαν σοβαρή επιρροή στη γερμανική κοινωνία της εποχής.(12) Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν φορείς ιδεών, τις οποίες αργότερα κατόρθωσε να αναπαράγει το ναζιστικό κόμμα και, σε μια εκδοχή τους, να τις «νομιμοποιήσει» σε ευρύτερα ακροατήρια.(13)

Σε ένα τέτοιο πνευματικό περιβάλλον όπως εκείνο της Γερμανίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμη και οι πλέον ακραίοι εθνικιστές μπορούσαν να βρουν ακροατήριο. Ετσι δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι ένα μικρό κόμμα της άκρας Δεξιάς –το ναζιστικό– επιχείρησε το 1923 στο Μόναχο πραξικόπημα, το οποίο κατεστάλη με σχετική ευκολία από την τοπική κυβέρνηση. Οι καιροί επέτασσαν εκ μέρους του Χίτλερ μια προσωρινή αναστολή δραστηριοτήτων αλλά και τη συγγραφή ενός διαβόητου κειμένου.(14) Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στο έργο «Ο αγών μου» (Mein Kampf), που αποτέλεσε την επιτομή της κοσμοθεωρίας του ναζισμού, το οποίο γράφτηκε κατά την περίοδο του βραχυχρόνιου εγκλεισμού του Χίτλερ στη φυλακή του Λάντσμπεργκ.(15)

Ο Χίτλερ και η θεωρία της πάλης των φυλών

Στο έργο αυτό, όπως και στις ευρύτερες δημόσιες παρεμβάσεις του, ο Χίτλερ τόνιζε την ανάγκη καταπολέμησης του κομμουνισμού, εξέφραζε την πίστη του στο ένδοξο πεπρωμένο του γερμανικού λαού υπό την ισχυρή παρουσία ενός ηγέτη και προχωρούσε στην αμετάκλητη καταδίκη του «εβραϊσμού», τον οποίο και θεωρούσε πηγή όλων των δεινών που μάστιζαν τη Γερμανία της εποχής του.(16) Και στο έργο αυτό βέβαια ιδιαίτερη θέση κατείχε ο αντικομμουνισμός, καθώς ο «μπολσεβικισμός» θεωρούνταν ουσιαστικά τμήμα της «παγκόσμιας εβραϊκής συνομωσίας». Στη βάση των αντιλήψεων αυτών ενυπήρχε επιπλέον και μια εκδοχή κοινωνικού δαρβινισμού, η οποία εμφανιζόταν να έχει καθολική και διαχρονική εφαρμογή.(17) Σε αντίθεση με τον μαρξισμό, ο Χίτλερ αναπαρήγαγε το αξίωμα του ευρωπαϊκού ρατσισμού για την ανθρώπινη ιστορία, ότι δηλαδή πρωταρχικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη δεν διαδραματίζουν οι συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων αλλά οι συγκρούσεις μεταξύ των φυλών, η ύπαρξη και η βιολογική υπόσταση των οποίων θεωρούνται αδιαμφισβήτητες.

Επρόκειτο κυρίως για ένα συνονθύλευμα απόψεων που, όπως προαναφέραμε, διακινούνταν για καιρό στον ευρωπαϊκό χώρο προβάλλοντας μια αταβιστική θεώρηση της ζωής και της εξέλιξης των κοινωνιών ως συνεχούς μάχης. Ταυτόχρονα, υμνούσαν τον παγγερμανισμό, υιοθετούσαν θεωρίες συνωμοσίας για τον ρόλο των Εβραίων, νομιμοποιούσαν την άσκηση βίας για την επίτευξη των σκοπών της «φυλής» και αντιπαρέρχονταν τη θεωρούμενη παρακμή της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας και των δημοκρατικών κατακτήσεών της. Ο Χίτλερ είχε ενστερνισθεί πολλές από τις θεωρίες αυτές κατά τη διάρκεια της προπολεμικής παραμονής του στην πολυπολιτισμική Βιέννη των Αψβούργων, την οποία και αντιπαθούσε σφόδρα, καθώς τη θεωρούσε αντιπροσωπευτικό δείγμα της παρακμής των γερμανόφωνων λαών και της κυριαρχίας του «εβραϊκού πνεύματος».(18) Ο έντονος λοιπόν αντισημιτισμός του Χίτλερ, η απέχθειά του για τις δημοκρατικές αξίες και διαδικασίες και η διαρκής εκ μέρους του υπόμνηση της αναγκαιότητας για ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων της νεωτερικότητας εξέφραζαν ένα γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης των αξιών του ορθού λόγου και της δημοκρατίας που είχε παρελθόν δεκαετιών. Στην ίδια λογική κινούνταν και το βιβλίο του Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ «Ο μύθος του 20ού αιώνα». Ο Ρόζενμπεργκ μάλιστα ήταν και ο βασικός εισηγητής στη Γερμανία του διαβόητου πλαστογραφήματος με τίτλο «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών», μιας ακραία αντισημιτικής θεωρίας συνωμοσίας που είχε αρχικά δημιουργηθεί από την τσαρική μυστική αστυνομία.(19)

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία υπήρξε καταλυτικής σημασίας για την εφαρμογή πολιτικών που προδιέγραφαν σαφώς τη γενοκτονική βία που θα ασκούσε το Τρίτο Ράιχ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο κατά τη διάρκεια του επερχόμενου πολέμου. Ηδη από το 1933 άρχισαν να υλοποιούνται διακρίσεις σε πολλαπλό επίπεδο εναντίον τμημάτων της κοινωνίας που θεωρούνταν υποδεέστερα, ελλειμματικά ή/και επικίνδυνα. Στο στόχαστρο βρέθηκαν όχι μόνο πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος αλλά και Εβραίοι, Τσιγγάνοι, ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι. Η δημιουργία των πρώτων στρατοπέδων συγκέντρωσης, οι νομικές διώξεις, ο οικονομικός και πολιτικός αποκλεισμός, οι προπηλακισμοί και τα επεισόδια βίας συνιστούσαν όψεις της ανεπίστρεπτης διαδικασίας διολίσθησης σε ένα νέου τύπου κράτος θεμελιωμένο στον ρατσισμό. Οι διαβόητοι νόμοι της Νυρεμβέργης (1935) κωδικοποιούσαν θεσμικά την πλήρη περιθωριοποίηση του εβραϊκού πληθυσμού. Τρία χρόνια αργότερα με τη Νύχτα των Κρυστάλλων (Νοέμβριος 1938) ο κόσμος θα παρακολουθούσε με αποτροπιασμό τις εκδηλώσεις μαζικής βίας, το πογκρόμ εναντίον των Εβραίων οι οποίοι είχαν απομείνει στη ναζιστική Γερμανία.

Από την άλλη πλευρά, προκειμένου να υποστηριχτεί πολιτικά και στρατιωτικά η ναζιστική κοσμοαντίληψη θεωρήθηκε απαραίτητο να δημιουργηθεί μια ειδική κατηγορία υπερασπιστών του καθεστώτος. Επρόκειτο για τα μέλη των SS (Shutzstaffel – σμήνος προστασίας), ομάδας που θεωρούνταν από τον Χάινριχ Χίμλερ και τα ηγετικά τους κλιμάκια ως το επίλεκτο εκείνο σώμα που θα αναβίωνε τις ευγενέστερες παραδόσεις του «άριου» πνεύματος και θα κυριαρχούσε επί ενός πληθυσμού ουσιαστικά δούλων –των Ρώσων και λοιπών Σλάβων «υπανθρώπων»– στη λογική της πλήρους κατίσχυσης μιας αυστηρής φυλετικής ιεραρχίας. Οπως χαρακτηριστικά αναφερόταν από τον Χίμλερ στο «Εγχειρίδιο για την οργάνωση και τις υποχρεώσεις των SS και της αστυνομίας»:

«Είμαι οπαδός του δόγματος ότι, στο τέλος, μόνο το καθαρό αίμα μπορεί να επιτύχει τα καλύτερα από τα πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο… μόνο το καθαρό αίμα, αίμα που η ιστορία έχει αποδείξει ότι είναι ηγετικό και δημιουργικό και το θεμέλιο κάθε κράτους και όλων των στρατιωτικών δραστηριοτήτων, μόνο το σκανδιναβικό αίμα μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι τέτοιο».(20)

Σε τελική ανάλυση, το μέλος των SS συνιστούσε τον νέο αρχετυπικό Αριο, ο οποίος δεν θα γνώριζε όρια ως προς την εκπλήρωση του τελικού σκοπού του καθεστώτος: τη γενοκτονία των «κατώτερων φυλών». Από την άποψη αυτή δεν είναι τυχαία η μεταπολεμική αναγόρευσή τους από τον νεοναζισμό σε «ανθό της ευρωπαϊκής νεολαίας που πολέμησε τον μπολσεβικισμό» ούτε και η εντυπωσιακή εμμονή με τα εμβλήματα και τις στολές τους.(21)

Οταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος λίγοι άνθρωποι στον κόσμο αντιλαμβάνονταν τις συνέπειες της κυριαρχίας των δογμάτων αυτών στο Τρίτο Ράιχ. Οι πολιτικές εξολόθρευσης που εφάρμοσαν οι Γερμανοί, κυρίως στο ανατολικό μέτωπο, το Ολοκαύτωμα (Shoah) του εβραϊκού πληθυσμού της Ευρώπης, η γενοκτονική βία κατά των Τσιγγάνων, των Σλάβων κ.λπ., τα εγκλήματα πολέμου και οι δολοφονίες αμάχων στο όνομα της αντιμετώπισης της ευρωπαϊκής Αντίστασης ήταν το τελικό αποτέλεσμα της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, στην οποία πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτιζε ο φυλετικός ρατσισμός. Στον μεταπολεμικό κόσμο έγιναν αρκετές προσπάθειες να εξοβελιστούν οι ρατσιστικές απόψεις από τη σύγχρονη κοινωνία, αλλά οι κατακλυσμιαίες πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών δημιουργούν προβληματισμό για την αναβίωση τέτοιων δοξασιών και το ενδεχόμενο επανεμφάνισής τους στο κεντρικό πολιτικό πεδίο, έστω και σε διαφοροποιημένη μορφή σε σχέση με τη ναζιστική Γερμανία.

Σημειώσεις

1. Γενικότερα για τον ρατσισμό στον ευρωπαϊκό χώρο βλ. G. Mosse, Toward the Final Solution: Α history of European racism, Howard Fertig, Νέα Υόρκη, 1997· Γ. Κόκκινος, Πρίσματα ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι αντινομίες της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης και κουλτούρας και η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2007. Για την έννοια της «άριας φυλής» βλ. την κλασική μελέτη του L. Poliakov, The Aryan myth: A history of racist and nationalist ideas in Europe, New American Library, Nέα Υόρκη, 1980. Η έννοια του «αριανισμού» είχε τεράστια απήχηση στα τέλη του 19ου αιώνα και στο εσωτερικό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. Τ. Ballantine, Orientalism and race: Aryanism and the British Empire, McMillan-Palgrave, Nέα Υόρκη, 2002. Πρβλ. Ε. Bryant, The quest for the origins of Vedic culture: The Indo-Aryan migration debate, Oxford University Press, Nέα Υόρκη, 2002· D. Figueira, Aryans, Jews, Brahmins: Theorizing authority through myths of identity, State University of New York Press, Ολμπανι, 2002

2. Bλ. Λ. Φλιτούρης, Αποικιακές αυτοκρατορίες. Η εξάπλωση της Ευρώπης στον κόσμο 16ος-20ός αιώνας, Ασίνη, Αθήνα, 2015, σ. 149-163. Πρβλ. V. Kaiwar, «The Aryan model of history and the oriental renaissance: The politics of identity in the age of revolutions, colonialism and nationalism», στο V. Kaiwar-S. Mazumdar (επιμ.), Τhe antimomies of modernity: Essays on race, orient, nation, Duke University Press, Ντάρχαμ, 2003, σ. 13-61

3. Για τη δραστηριοποίηση τέτοιων ενώσεων στον γερμανικό χώρο βλ. C. Treitel, Α science for the soul. Occultism and the genesis of the German modern, Johns Hopkins University Press, Bαλτιμόρη 2004. Πρβλ. J. Chapoutot, O εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Πόλις, Αθήνα 2012, σ. 37

4. Βλ. D. Burton-D. Grandy, Magic, mystery and science: The occult in Western civilization, Μπλούμιγκτον, Indiana University Press, Μπλούμιγκτον, 2004, σ. 183-258· A. Owen, The place of enchantment: British occultism and the culture of the modern, University of Chicago Press, Σικάγο, 2004

5. Για τις περιπτώσεις των Λιστ και Λίμπενφελς και την επιρροή τους βλ. N. Goodrick-Clarke, The occult roots of nazism: Secret Aryan cults and their influence on Nazi ideology, ΤPP, Λονδίνο 2004 (επανέκδοση), σ. 33-122

6. Βλ. A. Baker, Invisible eagle: The hidden history of Nazi occultism, Virgin Books, 2000, σ. 30-36

7. Για την Μπλαβάτσκι βλ. D. Burton – D. Grandy, Magic, mystery and science: The occult in Western civilization, Indiana University Press, Μπλούμινγκτον 2004, σ. 208-225· Ν. Goodrick-Clarke, The Western esoteric traditions: A historical introduction, Oxford Uiversity Press, Nέα Υόρκη, 2008, σ. 211-228

8. Παραμένει ασαφές αν ο ίδιος ο Χίτλερ υπήρξε αναγνώστης του περιοδικού κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βιέννη. Βλ. N. Goodrick-Clarke, The occult roots of Nazism: Secret Aryan cults and their influence on Nazi ideology, ό.π., σ. 192-196

9. D. Sklar, The Nazis and the occult, Dorsett Press, Nέα Υόρκη, 1989, σ. 18

10. Η ονομασία Ostara παραπέμπει σε μια αρχαία γερμανική θηλυκή θεότητα. Βλ. A. Baker, Invisible eagle: The hidden history of Nazi occultism, ό.π., σ. 25

11. Βλ. Π. Ρόλαντ, Ναζί: Σατανιστές ή σατανικοί; Η αλήθεια για τις σχέσεις του ναζισμού με τις δυνάμεις του σκότους και του αποκρυφισμού, μτφρ. Β. Αθανασιαδης, Lector, Aθήνα 2007, σ. 19

12. D. Figueira, «Aryan ancestors, pariahs and the lunatic fringe», Comparative Civilizations Review, 25 (1991), σ. 1-27

13. Bλ. N. Goodrick-Clarke, The occult roots of Nazism, ό.π., σ. 192-204

14. Το βιβλίο του Χίτλερ κυκλοφόρησε σε ολοκληρωμένη μορφή το 1927 και έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου, μεταξύ των οποίων και η ελληνική. Βλ. Α. Χίτλερ, Ο αγών μου, μετάφ. Λ. Προεστίδης, Κάκτος, Αθήνα, 2006. Για μια γενική περιγραφή του ιδεολογικού άξονά του, βλ. Φ. Λακού – Λαμπάρτ & Ζ.Λ. Νανσύ, Ο μύθος του ναζισμού, μτφρ. Β. Καμχής, Εστία, Αθήνα 2008, σ. 68-71

15. Bλ. Υ. Sherratt, Hitler’s philosophers, Υale University Press, Nιου Χέιβεν, 2013, σ. 5-34

16. Βλ. L. Waddington, Hitler’s crusade: Bolshevism and the myth of the international Jewish conspiracy, I.B. Tauris, Λονδίνο, 2007. Πρβλ. S. Friedlander, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. Ι. Τα χρόνια των διώξεων ΙΙ. Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, μτφρ. Η. Ιατρού,Πόλις, Αθήνα, 2013, σ. 120-125

17. Βλ. R. Weikart, Hitler’s ethic. The Nazi pursuit of evolutionary progress, Palgrave-Macmillan, Νέα Υόρκη, 2009

18. Βλ. B. Hamman, Hitler’s Vienna: A portrait of the tyrant as a young man, TPP, Λονδίνο, 2010· Ι. Κershaw, Hitler, ό.π, σ. 19 κ.ε.

19. Βλ. Δ. Ψαρράς, Το μπεστ σέλερ του μίσους. Τα «Πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» στην Ελλάδα, 1920-2013, Πόλις, Αθήνα 2013

20. Παρατίθεται στο G. Williamson, SS – Οι λεγεώνες του τρόμου, μετάφ. Γ. Τσόρβας, Αnubis, Αθήνα, 2007, σ. 20

21. Ο σχεδιασμός πάντως των στολών των SS ήταν αποτέλεσμα στρατηγικού υπολογισμού εκ μέρους του ίδιου του Χίμλερ, που θεωρούσε ότι με την ενδυμασία αυτή οι άντρες του θα εμφανίζονταν πιο αρρενωποί και με μεγαλύτερες πιθανότητες να προσελκύσουν «Αριες» γυναίκες. Από την άποψη αυτή, δεν είναι τυχαίο ότι η κατασκευή τους ανατέθηκε στην πασίγνωστη γερμανική εταιρεία Hugo Boss. Βλ. Η. Pringle, The master plan. Himmler’s scholars and the Holocaust, Harper Perennial, Νέα Υόρκη 2006. σ. 3-5