Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Μια τραγική ιστορία

Χασάν Αλοσμάν: Η στυγνή δολοφονία του νεαρού γιατρού

Πρόσφυγας από τη Συρία, ετών 27, ήρθε στην Ελλάδα από την Τουρκία και δολοφονήθηκε από δύο διακινητές, οι οποίοι τρία χρόνια μετά δικάστηκαν και καταδικάστηκαν

Το απάνθρωπο και επικίνδυνο αλισβερίσι, το οποίο αναγκάζονται να έχουν χιλιάδες ξεριζωμένοι από τις εστίες τους με τους αδίστακτους διακινητές ψυχών, οι οποίοι υπόσχονται «ασφαλείς μετακινήσεις» μέσω παράνομων οδών, αναδείχτηκε με τον πιο σοκαριστικό τρόπο κατά τη διάρκεια δίκης που διεξήχθη ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθήνας.

Ηταν μια υπόθεση από αυτές που συνήθως δεν χαίρουν δημοσιότητας κι ας αφορούσε τη διάπραξη του ειδεχθέστερου των εγκλημάτων: τη στυγερή δολοφονία ενός νεαρού πρόσφυγα που πλήρωσε με τη ζωή του το όνειρο να ταξιδεύσει στη δική του γη της επαγγελίας.

Για το έγκλημα δικάστηκαν και καταδικάστηκαν ως δράστες «από κοινού» σε ισόβια κάθειρξη και σε κάθειρξη είκοσι ετών αντίστοιχα δύο κατηγορούμενοι. Πίσω από τους φυσικούς αυτουργούς κρύβονται ασύλληπτοι συνεργοί, μέλη ομάδων διακινητών. Οι ηθικοί αυτουργοί, ορατοί και αόρατοι, οι υπεύθυνοι για τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων ανθρώπων παραμένουν πάντα στο απυρόβλητο.

Στον ενδιάμεσο σταθμό

Το όνομα του ήταν Χασάν Αλοσμάν και ήταν νεαρός γιατρός, πρόσφυγας από τη Συρία. Η Ελλάδα ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός για τον δικό του παράδεισο, τη Σουηδία.

Ο Χασάν Αλοσμάν με τις αποσκευές στο χέρι πήγε να παραλάβει το πλαστό διαβατήριο που θα του προμήθευαν έναντι αδράς αμοιβής. Οταν κατάλαβε ότι τον ενέπαιζαν, αγανάκτησε. Μετρούσε ήδη δύο αποτυχημένες προσπάθειες εξόδου από τη χώρα. Σηκώθηκε να φύγει, όμως εκείνοι, συμπατριώτες του κατά τραγική ειρωνεία, ήθελαν τα χρήματα.

Τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ, χτυπώντας τον αλύπητα στο κεφάλι με ένα ξύλο, στη συνέχεια κομμάτιασαν το άψυχο κορμί, το έβαλαν σε σακούλες και το πέταξαν στα σκουπίδια. Εστειλαν από το κινητό του μήνυμα στην αδερφή του ότι όλα πήγαν καλά. «Είμαι στο αεροπλάνο» έγραψαν και έτρεξαν να εισπράξουν τα λεφτά.

Η δολοφονία του Χασάν Αλοσμάν δεν αποτέλεσε είδηση, το ίδιο και η ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη στο Πρωτοβάθμιο Κακουργιοδικείο.

Το πτώμα του δεν θα είχε καν αναγνωριστεί και οι δράστες δεν θα είχαν ποτέ συλληφθεί και λογοδοτήσει, αν δεν βρισκόταν ένα ξεχασμένο στικάκι με φωτογραφίες του μέσα στην τσέπη του παντελονιού του.

Η αστυνομία τις δημοσιοποίησε, ένας Σύρος καθηγητής αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον νεαρό γιατρό και μίλησε στις αρχές για την ταραχώδη διαδρομή του μέχρι την πατρίδα μας. Στο μεταξύ ειδοποιήθηκαν και ήρθαν στην Ελλάδα από το Κουβέιτ, όπου διαμένουν, η αδερφή και ο γαμπρός του.

Οι δικοί του άνθρωποι που αγωνιούσαν για την τύχη του, από τη στιγμή που έλαβαν το μήνυμα «είμαι στο αεροπλάνο», είχαν καταλάβει ότι ήταν αδύνατον να το είχε στείλει ο ίδιος από τα ορθογραφικά λάθη.

Στα σκουπίδια

Στο δικαστήριο κατέθεσε ο αστυνομικός που είχε ασχοληθεί με την υπόθεση: «Ενας ρακοσυλλέκτης βρήκε σε έναν κάδο σκουπιδιών στην Καλλιθέα δύο ανθρώπινα κάτω άκρα. Κάναμε έρευνα και σε δεύτερο παρακείμενο κάδο σκουπιδιών βρήκαμε ρούχα με αίμα. Στείλαμε τα ευρήματα στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Μια εβδομάδα μετά στα ανακυκλώσιμα βρέθηκε ένα πτώμα χωρίς πόδια μαζί με ένα usb που περιείχε φωτογραφίες του θύματος. Τα μέλη που είχε βρει ο ρακοσυλλέκτης ταυτοποιήθηκαν με τον ανθρώπινο κορμό που βρέθηκε στα ανακυκλώσιμα. Τότε δημοσιοποιήσαμε τη φωτογραφία από το στικάκι. Τον αναγνώρισε ένας Σύρος καθηγητής. Είχε μπει στη χώρα μέσω Τουρκίας, ήθελε να πάει στη Σουηδία, ήταν γιατρός…».

Ο Χασάν ήρθε σε επαφή με έναν συμπατριώτη του που ήταν στην Κρήτη για να τον βοηθήσει, αυτός τον έφερε σε επαφή με τον μεσάζοντα. Ο γιατρός ζήτησε λεφτά από την οικογένειά του. Πέντε χιλιάδες ευρώ ήταν το αντίτιμο για το πλαστό διαβατήριο.

Οι δύο δράστες

Ο πρώτος δράστης, Σύρος όπως και το θύμα, παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, εντοπίστηκε γρήγορα. Ο αδερφός του, ο οποίος ζει χρόνια στη χώρα μας, έχει δική του επιχείρηση και είναι παντρεμένος με Ελληνίδα με την οποία έχουν δύο παιδιά. Δεν είχε σχέσεις μαζί του, καθώς στο παρελθόν είχε επιχειρήσει να τον εμπλέξει στη διακίνηση είκοσι προσφύγων. «Ηθελε να κάνει γρήγορα λεφτά» είπαν οι μάρτυρες.

Σε άλλη περίπτωση διακίνησης «είχε κοροϊδέψει περί τους δεκαπέντε Σύρους ότι θα τους στείλει στην Ιταλία και στο σημείο που τους είχε υποδείξει ότι θα ερχόταν η βάρκα για να τους μεταφέρει εμφανίστηκαν διάφορα άτομα, τους χτύπησαν άσχημα και τους πήραν όλα τα χρήματα που είχαν».

Ο δεύτερος δράστης που είχε γνωριστεί με τον συγκατηγορούμενο για να τον βοηθήσει να βγει από τη χώρα υποστήριξε στο δικαστήριο πως ήταν κι αυτός θύμα του κυκλώματος των διακινητών και ότι δεν είχε σχέση με τη δολοφονία του συμπατριώτη του.

Είναι κι αυτός ένας νέος άνθρωπος, μόλις 24 ετών, παντρεμένος με ένα παιδί, μηχανικός σκαφών, μέλος ευυπόληπτης οικογένειας Σύρων που ζει στη Γαλλία. «Ο γιος μου δεν μπορεί να έχει κάνει τέτοιον φόνο» είπε ο πατέρας του που ήρθε στην χώρα μας για να τον υπερασπιστεί.

Τα έριχνε ο ένας στον άλλον

Στους έγγραφους ισχυρισμούς τους αλλά και στις διά ζώσης απολογίες, οι δύο κατηγορούμενοι τα έριξαν ο ένας στον άλλον. Από τις περιγραφές τους προκύπτει ο τρόπος δράσης των κυκλωμάτων που εξαπατούν τους απεγνωσμένους πρόσφυγες, αλλά και η αγριότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος.

Ο πρώτος υποστήριξε: «Ο B. (τρίτο πρόσωπο) μου έδωσε το τηλέφωνο του θύματος για να τον βοηθήσω να ταξιδέψει στη Σουηδία με πλαστά έγγραφα, τα οποία ανέλαβε να προμηθευτεί ο συγκατηγορούμενος. Η αμοιβή ορίστηκε στις 5.000 ευρώ (4.000 για μένα και τον συγκατηγορούμενό μου και 1.000 για τον Β. τα οποία θα καταβάλλονταν σε κάποιον Φ.) Συνάντησα το θύμα σε μια καφετέρια κοντά στον σταθμό ΗΣΑΠ Καλλιθέας για να συνεννοηθούμε. Σε άλλο τραπέζι καθόταν ο συγκατηγορούμενός μου, προκειμένου να παρακολουθεί τις κινήσεις του για κάθε ενδεχόμενο.

Υστερα από λίγες ημέρες ο συγκατηγορούμενός μου ζήτησε να προσκαλέσω το θύμα στο σπίτι μου. Το θύμα αγανάκτησε μαζί του γιατί μπαινόβγαινε χωρίς να φέρνει τα έγγραφα, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο είχε συμβεί και στο παρελθόν κατά την είσοδό του στην Ελλάδα, ενώ μετρούσε ήδη δύο αποτυχημένες προσπάθειες εξόδου από την Ελλάδα και άρχισε να διαπληκτίζεται μαζί του, απειλώντας ταυτόχρονα ότι θα φύγει και θα τον καταδώσει στις αρχές.

Αίφνης ο συγκατηγορούμενος έβγαλε ένα ξύλο που είχε μαζί του και άρχισε να τον χτυπά το κεφάλι μέχρι που λιποθύμησε αιμόφυρτος.

Προσπάθησα μάταια να παρέμβω ώστε να τον αφήσει να φύγει, αλλά εκείνος κινήθηκε απειλητικά εναντίον μου. Μου ζήτησε να δέσω τα χέρια του με ένα κομμάτι σεντονιού πάνω στην καρέκλα ώστε να μην μπορέσει να αποδράσει μόλις συνέλθει, μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε. Στη συνέχεια μου ζήτησε να του δώσω το τηλέφωνό του για να στείλει μήνυμα στον Φ. ότι δήθεν το θύμα ήταν καλά και είχε μπει στο αεροπλάνο. Μετά τον κάλεσα κι εγώ λέγοντάς του ότι το θύμα μου είχε στείλει μήνυμα ότι ήταν καλά και είχε μπει στο αεροπλάνο για να πειστεί και να καταβάλει την αμοιβή.

Εντέλει ο Φ. πείστηκε και κατέβαλε στο όνομά μου την αμοιβή μέσω Western Union, μοιραστήκαμε 2.000 ευρώ με τον συγκατηγορούμενο και επιστρέψαμε σπίτι μου.

Τότε αντιληφθήκαμε ότι το θύμα είχε πλέον εκπνεύσει… Πανικοβλήθηκα και ο συγκατηγορούμενος μου έδωσε να καταλάβω ότι ήταν πλέον και δικό μου πρόβλημα ο θάνατός του, δεδομένου ότι το έγκλημα έγινε σπίτι μου και έπρεπε να τον βοηθήσω να εξαφανίσει τα ίχνη. Δεν κράτησα αντικείμενα του θύματος, αλλά υπέδειξα στον συγκατηγορούμενο χρωματοπωλείο, όπως μου ζήτησε, προκειμένου να προμηθευτεί εργαλεία για τον τεμαχισμό που τέλεσε χωρίς εμένα.

Αγοράσαμε βαλίτσα και προσπαθήσαμε να τον βάλουμε μέσα αλλά δεν χώραγε. Τότε ο συγκατηγορούμενος μου πρότεινε να τον κόψουμε στη μέση, στα δύο. Αγοράσαμε πριόνι και μαχαίρια και πήγαμε σπίτι. Αρνήθηκα να τον κόψουμε μαζί. Εκοψε τα πόδια, τα βάλαμε στην τσάντα και τα πετάξαμε έξω στον κάδο όπως και τα ρούχα. Δεν έψαξα στις τσέπες του γιατί δεν είμαι κλέφτης και έτσι δεν βρήκα το usb. Οταν τελειώσαμε, πήρε το κινητό του και 2.000 ευρώ, εγώ πήρα λιγότερα. Ο καθένας συνέχισε τη ζωή του. Γύρισα έναν μήνα στην Τουρκία όπου αναγκάστηκα να κάνω πάλι τον διακινητή γιατί ήθελα τα χρήματα για να πάω Ιταλία…».

Απ’ την πλευρά του ο δεύτερος κατηγορούμενος στις έγγραφες αιτιάσεις του (διά του συνηγόρου Ιωάννη Γλύκα) υποστήριξε ότι:

*Ηρθε στην Ελλάδα με σκοπό να εγκατασταθεί μόνιμα σε κάποια από τις ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά. Απευθύνθηκε όπως και πολλοί συμπατριώτες του σε διάφορους διακινητές, ένας εκ των οποίων ήταν και ο συγκατηγορούμενός του, ο οποίος υπήρξε κατά κοινή ομολογία στυγνός εκβιαστής και διακινητής ανθρώπινων ψυχών. Διακινούσε άτομα συνεργαζόμενος με άλλους αλλοδαπούς, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που εξαπατούσε τα θύματά του καρπώνοντας τεράστια χρηματικά ποσά από εκείνους και τους συγγενείς τους.

*Δεν γνώριζε ότι παρ’ όλη τη συμφωνία με τους διακινητές εκείνοι θα προσπαθούσαν να τον εξαπατήσουν και ότι θα του ζητάγανε κάθε φορά ακόμη περισσσότερα χρήματα στην προσπάθειά του να φτάσει και αυτός στον τελικό προορισμό του. Το ίδιο συνέβη και με το θύμα, με μόνη διαφορά ότι εκείνος (ο κατηγορούμενος) δεν πλήρωσε τελικά το σύνολο του ποσού με συνέπεια να αποχωρήσει με άλλο τρόπο από την Ελλάδα, ενώ το θύμα διαπληκτίστηκε με τον διακινητή και επήλθε το τραγικό αποτέλεσμα.

*Δεν ήταν διακινητής ανθρώπων, δεν εξαπατούσε μετανάστες και πρόσφυγες, ήταν κι ο ίδιος θύμα όλης αυτής της κατάστασης.

Στην απολογία του αναφέρθηκε στις δυσκολίες που συνάντησε στην Ελλάδα και στο γεγονός ότι αναγκάστηκε να μείνει μόνος εδώ, όταν ύστερα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατάφεραν να φύγουν η σύζυγος, η αδερφή και το παιδί του. Μίλησε για τις απέλπιδες προσπάθειες να βρει άκρη με τους διακινητές, καθώς του ζητούσαν όλο και περισσότερα χρήματα και τον θυμό του συγκατηγορουμένου του όταν αρνήθηκε να του δώσει το ποσόν που απαιτούσε για να τον βοηθήσει να φύγει.

Το δικαστήριο στην απόφασή του δέχτηκε μεν τον ισχυρισμό του ότι αρχικά είχε πλησιάσει τον συγκατηγορούμενό του «για να τον βοηθήσει να φύγει από την Ελλάδα παράνομα» πλην όμως, σημειώνει, όταν «του πρότεινε να κάνουν μαζί μια δουλειά λαθροδιακίνησης, ώστε να κερδίσουν χρήματα, αυτός συμφώνησε». Ωστόσο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.

Για τον πρώτο κατηγορούμενο το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο ήταν καταπέλτης. Αναφέρει στην απόφασή του ότι είχε τον κύριο λόγο στην οργάνωση του εγκλήματος κι επισημαίνει το γεγονός ότι «συνέχισε να οργανώνει παράνομες διακινήσεις αλλοδαπών».

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.