Ενθύμια της Αθήνας που χάθηκε

Ενθύμια της Αθήνας που χάθηκε

Μια μεγάλη ομαδική έκθεση για τη ζωή της πόλης την εποχή της ραγδαίας αστικοποίησης στη μεταπολεμική Ελλάδας

Η πρώτη έκθεση με την υπογραφή της Συραγούς Τσιάρα, της διευθύντριας της Εθνικής Πινακοθήκης που φέτος τον Ιούλιο συμπληρώνει ένα χρόνο από την ανάληψη των καθηκόντων της, έχει πολλά στοιχεία ανανέωσης σε σχέση με το παρελθόν. Είναι μια ανάσα φρέσκου αέρα, αφού η έκθεση με τίτλο «Αστυγραφία/Urbanography» περιλαμβάνει έργα που δεν είχαμε δει στην Πινακοθήκη, ενώ τα μισά περίπου εκθέματα είναι δάνεια από ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές.

Η Ελλάδα αλλάζει ραγδαία στις δεκαετίες 1950-70 και μαζί της αλλάζουν οι άνθρωποι. Οι τρόποι οικειοποίησης της πόλης από τους κατοίκους με βάση το καθημερινό βίωμα, οι επιπτώσεις της αστικοποίησης στη ζωή τους, η άναρχη ανοικοδόμηση, η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, οι συγκρούσεις και οι διεκδικήσεις, οι μηχανισμοί αποξένωσης και απόρριψης που φέρνει αναπόφευκτα η μαζικοποίηση, αλλά και η ανάγκη έκφρασης της επιθυμίας, της ασφάλειας και της αποδοχής είναι θεματικές και προβληματισμοί της νέας έκθεσης που μόλις άνοιξε τις πόρτες της για το κοινό.

Εξωστρεφές εικαστικό γεγονός

Πρόκειται για εικαστικό γεγονός εξωστρεφές, με πολιτικό στίγμα, ποικιλομορφία και ένταση, αλλά επίσης είναι μια πρόταση που σηματοδοτεί τη «συνομιλία» της Εθνικής Πινακοθήκης με άλλα μεγάλα μουσεία και με οργανισμούς όπως η Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Μια έκθεση με εύρος πεδίου, που μετατοπίζεται από το συλλογικό στο βαθιά ατομικό επίπεδο για να αναδείξει το συναίσθημα, τον φόβο, τη μοναξιά που συνδέονται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, επιτρέποντας τον ρομαντισμό γι’ αυτό που χάθηκε στην εξελικτική πορεία αλλά επίσης καυτηριάζοντας τα αδιέξοδα και τα στερεότυπα που σημάδεψαν αυτήν τη μετάβαση, πολλά από τα οποία ακόμη παλεύουμε να αποτινάξουμε.

Περιδιαβαίνοντας την έκθεση μαζί με τη διευθύντρια, η οποία, όπως και η προκάτοχός της Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, έχει το χάρισμα να διηγείται γοητευτικές ιστορίες αλλά και το άγχος να προλάβει να μας τα δείξει όλα γρήγορα, σταθήκαμε στις ενότητες της έκθεσης. Μέσα από το βλέμμα εικαστικών δημιουργών και κινηματογραφιστών –αφού οι ελληνικές ταινίες επηρέασαν αναπόφευκτα τον νέο τρόπο ζωής που γεννιόταν– είδαμε την πόλη ως «Σκηνογραφία», ως «Νοσταλγία», ως «Γιαπί», με το «Κοντινό πλάνο» του μικρόκοσμου της καθημερινής ζωής, ως «Θέαμα», μέσα από «Ονειρα και συγκρούσεις» και «Υλικότητες».

Οταν τελείωσε η ξενάγηση της Συραγούς Τσιάρα θέλησα να ξαναδώ την έκθεση σταματώντας εκεί που με πήγαινε το βλέμμα μου. Στη δική μου προσωπική περιήγηση ξεχώρισα τη χρυσή νοσταλγία της πόλης που χάνεται στο έργο του Σπύρου Βασιλείου «Ο μικρόκοσμος της οδού Γουέμπστερ», τη φωτογραφία της Μαρίας Χρουσάκη με τη μοναχική γυναικεία φιγούρα σε ένα ρετιρέ στο Κολωνάκι με τίτλο «Χριστούγεννα», τους εφιαλτικά ποπ αρτ πίνακες του Γιώργου Ιωάννου, τον μοτοσικλετιστή του Γιάννη Γαΐτη και την ομοιομορφία της αστικής μετακίνησης, τη μνημειοποίηση της ανθρώπινης εργασίας στους πίνακες του Διαμαντή Διαμαντόπουλου και του Χρόνη Μπότσογλου. Η απειλητική, μετέωρη τάξη της γυναικείας καθημερινότητας στον πίνακα του Γιώργου Παραλή με τον εύγλωττο τίτλο «Ο νεροχύτης της Βαρβάρας», το έργο «Φουτ-μπολ» του Παναγιώτη Τέτση, όλα τα έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη και οι γιγαντοαφίσες ελληνικών ταινιών του Γιώργου Βακιρτζή αξίζουν πιο παρατεταμένο βλέμμα.Οι γυναίκες εικαστικοί, όπως η Χρύσα Ρωμανού με τα κολάζ της, η Κρητικιά Αριστέα Κριτσωτάκη με τα ξυλογραφικά έργα της ή η Τώνια Μαρκετάκη και η Ρένα Παπασπύρου δίνουν αλλιώτικη αύρα στην αστική αναζήτηση. Ο πατιναρισμένος μπρούντζος με τα πρωτότυπα σχέδια του Γιάννη Μόραλη που κοσμούσαν τα πόμολα στα δωμάτια του Hilton, με τις γοργόνες, τα λουλούδια, τον ήλιο, την κουκουβάγια, είναι από τους κρυμμένους θησαυρούς της πόλης που βγαίνουν ξανά στο φως.

Ομως εκεί που έμεινα ώρα πολλή, χωρίς καν να το καταλάβω, ήταν μπροστά στο γλυπτό του Χρήστου Καπράλου με τίτλο «Η πλύστρα». Η σκυφτή γυναίκα που μοχθεί ανά τους αιώνες τινάζοντας από πάνω μας τη φθορά του κόσμου είναι ένα έργο μοναδικό στο κέντρο της έκθεσης.

«Εξερεύνηση» στις γειτονιές της Αθήνας

Στην έξοδο μας αποχαιρετά η εγκατάσταση του Βλάση Κανιάρη «Arrivederci-Wilcomen», ένα σχόλιο πάνω στο φαινόμενο της μεταπολεμικής μετακίνησης προς την πόλη. Το ίδιο έργο καλωσορίζει τον επισκέπτη προτού περιπλανηθεί ελεύθερα στην έκθεση, σαν να εξερευνά τις γειτονιές της Αθήνας με τον δικό του τρόπο.

Εξω απ’ το κτίριο, κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο του μεσημεριού, θυμήθηκα τον Φεντερίκο Φελίνι, ίσως επηρεασμένη από τα αποσπάσματα της «Στέλλας» του Μιχάλη Κακογιάννη ή της «Συνοικίας το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη που είδαμε στις οθόνες της έκθεσης. «Το Ρίμινι» είχε εξομολογηθεί ο Φελίνι στον δημοσιογράφο Κοστάντσο Κονσταντίνι «έχει κάτι το μαγικό, το μυθικό, το εκτός χρόνου. Για πολύ καιρό υπήρξε για μένα κάτι σαν δομική φαντασίωση. Το πραγματικό Ρίμινι ήταν κάτι τελείως αλλιώτικο».

Ισως αυτή η έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης μας βοηθήσει να κατανοήσουμε λίγο περισσότερο τη δική μας πόλη σαν μια συνάντηση των κατοίκων με τον εαυτό τους.

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter